Gold Cross

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΑΓΙΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ ΣΤΑΡΕΤΣ (1926-1995) ΓΙΑ ΤΟ ΧΑΡΑΓΜΑ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ!!!

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΑΓΙΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ ΣΤΑΡΕΤΣ (1926-1995) ΓΙΑ ΤΟ ΧΑΡΑΓΜΑ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ!!!

"Στους εσχάτους καιρούς τους ανθρώπους θα τους σώσουν η αγάπη, η ταπείνωση και η καλοσύνη. Η καλοσύνη ανοίγει τις πύλες του Παραδείσου, η ταπείνωση οδηγεί μέσα σ' αυτόν, αλλά η αγάπη εμφανίζει τον Θεό".
Όλους όσους πήγαιναν σ΄αυτόν για ευλογία, τους παρακαλούσε κλαίγοντας:: Νά κάνετε το καλό για να σας σώσει η καλοσύνη σας. Η γη κατά το ήμισυ έγινε Άδης. Ο Αντίχριστος στέκεται στην πόρτα και δεν τη χτυπά απλώς, αλλά ορμά μέσα. Εσείς θα τον δείτε τον Αντίχριστο. Θα προσπαθήσει να βασιλεύσει σε όλον τον πλανήτη. Παντού θα γίνονται διωγμοί... Μη μένετε χώρια. Κρατηθείτε μαζί, δέκα- δεκαπέντε μαζί. Βοηθείτε ο ένας τον άλλο.
Στους έσχατους χρόνους να μην κοιτάτε τον ουρανό : Μπορεί να πλανηθείτε από τα ψευδοσημεία πού θα παρουσιάζονται εκεί. Θα εξαπατηθείτε και θα απωλεσθείτε... Θα βάλουν τό χάραγμά του Αντιχρίστου στο χέρι και το μέτωπο. Τα διάφορα προϊόντα δεν μπορούν να σας προκαλέσουν βλάβη. Έστω κι αν βάζουν σ' αυτά τον αριθμό του Αντιχρίστου, αυτό δεν είναι ακόμη το χάραγμα. Πρέπει να λέτε το "Πάτερ ημών¨, να κάνετε το Σταυρό σας και η τροφή σας θα αγιάζεται.
Στα χρόνια του Αντιχρίστου οι άνθρωποι θα περιμένουν τη σωτηρία από το Διάστημα. Αυτό θα είναι το μεγαλύτερο τέχνασμα του Διαβόλου. Η ανθρωπότητα θα ζητεί βοήθεια απότους εξωγήινους, χωρίς να γνωρίζει ότι αυτοί στην πραγματικότητα είναι δαίμονες>.
Ρώτησαν το στάρετς αν μπορεί κανείς να κλέψει τροφή, όταν δε θα μπορεί να την αγοράσει. Απάντησε έτσι :  Αν κλέψεις, θα παραβείς μία από τις δέκα εντολές. Όποιος ενεργεί έτσι, ακόμη κι έτσι δέχεται τον Αντίχριστο. Ο πιστός άνθρωπος πρέπει να ελπίζει στο Θεό.
Ο κύριος στους εσχάτους χρόνους θά ενεργεί τέτοια θαύματα, ώστε ένα φυλλαράκι από το δέντρο θα φθάνει για τροφή ενός μηνός. Στ΄αλήθεια. Ο πιστός άνθρωπος θα σταυρώνει τη γη και εκείνη θα του δίνει ψωμί. Αν βιάσουν ένα κορίτσι, το διακορεύσουν χωρίς τη θέλησή του, αυτό ενώπιον του Θεού θα παραμείνει παρθένος. Έτσι θα γίνει και με το χάραγμα του Αντιχρίστου.
Αν δώσουν το χάραγμα ενάντια στη θέληση του ανθρώπου, αυτό δεν θά ενεργεί πάνω του. Στο Ευαγγέλιο ειναι γραμμένο ότι παντού θα γίνονται διωγμοί αλλά και θλίψη σε όποιον προδίδει το Ευαγγέλιο. Θα έρθει καιρός που θα είναι απαραίτητο να φύγετε στα βουνά, μόνο να μην το κάνετε ένας-ένας. Ομαδικά να φεύγετε στα βουνά και τα δάση. Για τους πιστούς χριστιανούς η μεγαλίτερη θλίψη θα είναι ότι αυτοί θα φεύγουν στο δάσος αλλά οι κοντινοί τους άνθρωποι θα δέχονται το χάραγμα του Αντιχρίστου.
Στους εσχάτους χρόνους οι οπαδοί του Αντιχρίστου θα πηγαίνουν στην εκκλησία, θα βαπτίζονται, θα κηρύττουν για τις ευαγγελικές εντολές. Ομως μην τους πιστεύετε. Αυτοί δεν θα έχουν τα καλά έργα. Μόνο με τα καλά έργα μπορεί κάποιος να αναγνωρίσει τον αληθινό χριστιανό>.
Όσα γράφει ο Γέροντας δεν πρέπει να μας δημιουργούν άγχος και υπερβολική ανησυχία αλλά να μας οπλίζουν με πίστη και υπομονή να μας ενθαρύνουν σέ περισσότερη προσευχή και προσοχή στη ζωή μας. Και, εννοείται, δεν πρέπει να παραιτηθούμε, όσο ακόμη μας παίρνει, από τα δικαιώματά μας, την εργασία μας και τη φροντίδα των παιδιών μας.

Το Ιερό Σαρανταλείτουργο


νηστεία μως κατ τν πόδειξη το Κυρίου μας χει νόημα, ταν συνδυάζεται μ προσευχ κα λεημοσύνη. Γι τ λόγο ατό, κκλησία μ τν ναρξη τς νηστείας μς προσκαλε σ ντονότερη λειτουργικ ζωή κα γαθοεργία.
τσι, κκλησιαστικ παράδοση προβλέπει γι τν περίοδο ατ τν καθημεριν -ν ο συνθκες τ πιτρέπουν- τέλεση τς θείας λειτουργίας, τν τέλεση δηλαδ σαρανταλείτουργου.
τέλεση το σαρανταλείτουργου ποτελε πολ μεγάλη ελογία. Εναι μι θαυμάσια εκαιρία γι βίωση τς μυστηριακς κα λατρευτικς ζως, γι παφ μ τν πλοτο τς μνολογίας κα τς κροάσεως τν θείων Γραφν, γι συχνότερη θεία κοινωνία, γι συχνότερη συγκρότηση τς κκλησιαστικς κοινότητας.
γιος γνάτιος Θεοφόρος μς λέει: «Σπουδάζετε πυκνότερον συνέρχεσθαι ες εχαριστίαν θεο κα ες δόξαν. ταν γρ πυκνς π τ ατ γίνεσθε, καθαιρονται ο δυνάμεις το σαταν κα λύεται λεθρος ατο», δηλαδ «Προσπαθεστε μ σπουδ ν ρχεσθε λοι μαζί στ Σύναξη τς Θείας Εχαριστίας (Θεία Λειτουργία), γι ν εχαριστετε τν Θε κα ν Τν δοξολογετε. Διότι ταν συχνά ρχεσθε στ Σύναξη τς Θείας Εχαριστίας (Θεία Λειτουργία), συντρίβονται οι δυνάμεις του σαταν καί λύεται κάθε λέθρια νέργεια του».
δύναμη τς Θείας Λειτουργίας δν εναι μαγική. Εναι δύναμη τς γάπης κα τς νότητας ν Χριστ. Θεία Λειτουργία μς μαθαίνει ν συγχωρομε, ν γαπομε κα ν εμαστε νωμένοι μ λους τος νθρώπους.
Γι’ ατ λλωστε προσφέρουμε τ Δρα μας στ Θεό, τν ρτο κα τν Ονο, προσευχόμενοι γι ζντες κα κεκοιμημένους δελφούς μας. μνημόνευση τν νομάτων τν ζώντων κα κεκοιμημένων προσώπων (νάγνωση τν «Διπτύχων») εναι ργο πολ σημαντικ κα ερό, πο θεσμοθετήθηκε π τος γίους ποστόλους κα πιτελεται διάλειπτα μέσα στος αἰῶνες.


Το Ιερό Σαρανταλείτουργο

Το Ιερό Σαρανταλείτουργο, κατά την διάρκεια της νηστείας των Χριστουγέννων, υπέρ υγείας ζώντων και υπέρ αναπαύσεως των κεκοιμημένων αδελφών μας.
Στο υπέροχο βιβλίο «Ιωάννης της Κροστάνδης», (έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου), διαβάζουμε: «Στην Θεία Λειτουργία τελείται το μυστήριο τής αγάπης. Και ή αγάπη στην ουσία της είναι μεταδοτική. Ή αγάπη, ιδιαίτερα ή θεία, σπεύδει να σκορπίσει το φώς της, την χαρά της όλους… Και συμπληρώνει: ώ αγάπη τελειότατη! ώ αγάπη, πού τα πάντα αγκαλιάζεις! Ώ αγάπη ισχυρότατη! Τί να προσφέρουμε σαν ευγνωμοσύνη στον Θεό για την αγάπη Του προς εμάς; Ή αγάπη αυτή βρίσκεται στην θυσία τού Χριστού, πού προσφέρεται για την άπελευθέρωσι όλων από κάθε κακία…».
Και ό μακαριστός π. Παΐσιος, σχετικά με την ανάγκη προσευχής για τούς κεκοιμημένους, έλεγε: «…να αφήνετε μέρος τής προσευχής σας για τούς κεκοιμημένους. Οι πεθαμένοι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα (για τούς εαυτούς τους). Οι ζωντανοί μπορούν… Να πηγαίνετε στην εκκλησία λειτουργία, δηλαδή πρόσφορο, και να δίνετε το όνομα τού κεκοιμημένου, να μνημονευθή από τον ιερέα στην προσκομιδή. Επίσης, να κάνετε μνημόσυνα και τρισάγια. Σκέτο το τρισάγιο, χωρίς Θεία Λειτουργία, είναι ελάχιστο.
Το μέγιστο, πού μπορούμε να κάνουμε για κάποιον, είναι το Σαράντα Λείτουργο. Καλό θα είναι να συνοδευθή και με ελεημοσύνη. Αν έχεις ένα νεκρό, ό όποιος έχει παρρησία στον Θεό, και τού ανάψεις ένα κερί, αυτός έχει υποχρέωση να προσευχηθεί για σένα στον Θεό.
Αν πάλι, έχεις ένα νεκρό, ό όποιος νομίζεις ότι δεν έχει παρρησία στον Θεό, τότε, όταν τού ανάβεις ένα αγνό κερί, είναι σαν να δίνης ένα αναψυκτικό σε κάποιον πού καίγεται (από δίψα ). Οι άγιοι δέχονται ευχαρίστως την προσφορά του κεριού και είναι υποχρεωμένοι να προσευχηθούν γι’ αυτόν πού το ανάβει. Ο Θεός ευχαρίστως το δέχεται…». (Μαρτυρίες προσκυνητών, Ζουρνατζόγλου Νικ.)
Για την ωφέλεια από τα Ιερά Σαρανταλείτουργα και τα μνημόσυνα, αξιομνημόνευτο είναι και το περιστατικό πού ακολουθεί από το βιβλίο «Θαύματα και αποκαλύψεις από την Θεία Λειτουργία», (έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου).
«Κάποιος άρχοντας από την Νικομήδεια αρρώστησε βαριά και, βλέποντας πώς πλησιάζει στον θάνατο, κάλεσε την γυναίκα του για να τής εκφράσει τις τελευταίες του επιθυμίες: Την περιουσία μου να την μοιράσεις στους φτωχούς και τα ορφανά. Τούς δούλους να τούς ελευθερώσεις. Αλλά στους ιερείς δεν θέλω να δώσεις χρήματα για λειτουργίες. Σ’ αυτή του την μεγάλη θλίψη ό ετοιμοθάνατος επικαλέστηκε με πίστη την ευχή τού άββά Ησαΐα, ενός άγιου μοναχού πού ασκήτευε κοντά στην Νικομήδεια, και αμέσως -ώ τού θαύματος!- έγινε καλά. Σηκώθηκε λοιπόν και πασίχαρος έτρεξε στον όσιο. Εκείνος τον καλοδέχτηκε, δοξάζοντας τον Θεό για το μεγάλο θαύμα.
-Θυμάσαι, παιδί μου, τον ρώτησε, ποιά ώρα συνήλθες από την αρρώστια;
-Την ώρα πού επικαλέστηκα την ευχή σου, απάντησε εκείνος. Ό όσιος, με τον φωτισμένο του νου, γνώριζε τί είχε λεχθεί στην διάρκεια τής αρρώστιας του και ξαναρώτησε:
-Άφησες, παιδί μου, χρήματα στους ιερείς, να λειτουργούν για την σωτηρία τής ψυχής σου;
-Όχι, γέροντα. Τί θα είχα να ωφεληθώ άν άφηνα κάτι; Δεν θα πήγαινε χαμένο;
-Μην το λες αυτό.
Ό άδελφόθεος Ιάκωβος γράφει: «Ασθενεί τις έν ύμίν; προσκαλεσάσθω τούς πρεσβυτέρους της εκκλησίας, και προσευξάσθωσαν έπ’ αυτόν άλείψαντες αυτόν έλαίω έν το ονόματι του Κυρίου και ή ευχή της πίστεως σώσει τον κάμνοντα, και έγερεί αυτόν ό Κύριος· καν αμαρτίας ή πεποιηκώς, άφεθήσεται αύτώ». Να λοιπόν πού οι ευχές των ιερέων είναι αποτελεσματικές, για όποιον τις ζητάει με πίστη. Δώσε τώρα κι εσύ ένα ποσό, για λειτουργίες, και θα λάβεις από τον Θεό την πρέπουσα πληροφορία.

Έτσι κι έκανε. Έδωσε χρήματα σ’ έναν ιερέα για να του κάνει σαρανταλείτουργο, και γύρισε στον σπίτι του. Όταν συμπληρώθηκαν οι λειτουργίες, μετά από σαράντα μέρες, κι ενώ σηκωνόταν από τον ύπνο, βλέπει ξαφνικά ν’ ανοίγουν οι πόρτες του σπιτιού του και να μπαίνουν σαράντα άνδρες έφιπποι, λαμπροί και αγγελόμορφοι, είκοσι από δεξιά και είκοσι από αριστερά. -Κύριοι μου, φώναξε έκπληκτος ό άρχοντας, πώς μπήκατε σε σπίτι ανθρώπου αμαρτωλού;
-Εμείς οι σαράντα, πού βλέπεις, του απάντησαν εκείνοι, αντιπροσωπεύουμε τις λειτουργίες πού έγιναν για σένα στον φιλάνθρωπο Θεό. Μάς έστειλε Εκείνος, για να σε συνοδεύσουμε μέχρι την εκκλησίας. Πήγαινε μέσα χαρούμενος, χωρίς δισταγμό. Να, με τα πρεσβυτικά χέρια συμπληρώθηκαν οι σαράντα λειτουργίες, πού έγιναν για να ενωθεί ό Χριστός μαζί σου και να κατοικήσει στην καρδιά σου.
Ύστερα από’ αυτά, ό άρχοντας μοίρασε την περιουσία του σε ευλαβείς ιερείς, για να γίνουν λειτουργίες «υπέρ αφέσεως των αμαρτιών αυτού», διακηρύσσοντας πώς οι θείες λειτουργίες και οι αγαθοεργίες μπορούν να ανεβάσουν την ψυχή του ανθρώπου από τα καταχθόνια στα επουράνια.
Εναι μέγιστη κα πι σχυρ προσευχή καθς ποτελε συμμετοχ στν προσευχ κα τ θυσία το Χριστο. γιος Κύριλλος εροσολύμων διδάσκει σχετικά: «Μέγιστη φέλεια πιστεύουμε τι θ λάβουν ατοί, γι τος ποίους δεόμαστε κατ τν γία κα φοβερ θυσία τς Θείας Λειτουργίας, κόμα κι ν εναι μαρτωλοί, φο Χριστν σφαγιασμένον πρ τν μετέρων μαρτημάτων προσφέρομεν ξιλεούμενοι πρ ατν τε κα μν τν φιλάνθρωπον Θεόν». Κα γιος ωάννης Χρυσόστομος: «Δν νομοθέτησαν τυχαία ο πόστολοι ν μνημονεύουμε κατ τ φρικτ μυστήρια (Θεία Λειτουργία) τος κεκοιμημενούς. Γνωρίζουν τι εναι πολ μεγάλη φέλεια γι’ ατούς».
μπειρία μαρτυρε γι τ δύναμη ατς τς προσευχς, πο δν εναι «τομικ προσευχ» λλ προσευχ λόκληρης τς κκλησίας.

Σαρανταλείτουργο « υπέρ αναπαύσεως»


Ο ΓΕΡΟ-ΔΑΝΙΗΛ ο αγιορείτης (1929), ο σοφός ησυχαστής των Κατουνακίων, έχει καταχωρισμένο ατά χειρόγραφά του και το ακόλουθο περιστατικό, πού συνέβη το 1869 στην πατρίδα του, τη Σμύρνη.
Κάποιος ενάρετος χριστιανός κάλεσε στα τελευταία της ζωής του τον πνευματικό του παπα-Δημήτρη και του είπε:
Εγώ σήμερα πεθαίνω. Πες μου, σε παρακαλώ, τι πρέπει νά κάνω την κρίσιμη τούτη ώρα;
Ό ιερέας, γνωρίζοντας την αρετή του και τη μυστηριακή προετοιμασία του, του πρότεινε το έξης:
Δώσε εντολή νά σόι κάνουν μετά το θάνατό σου τακτικό σαρανταλείτουργο σ' ένα εξωκλήσι.
'Έτσι κι έγινε. Ό κυρ-Δημήτρης - αυτό ήταν το όνομά του - άφησε εντολή στο γιο του νά κάνει μετά την κοίμησή του σαρανταλείτουργο.
Κι εκείνος, υπακούοντας στην τελευταία επιθυμία του καλού του πατέρα, ανέθεσε χωρίς καθυστέρηση την εκτέλεση της στον παπα-Δημήτρη.
Ο σεμνός λευίτης δέχτηκε νά κάνει το σαρανταλείτουργο, πού ο ίδιος είχε προτείνει στο μακαρίτη, και αποσύρθηκε για όλο αυτό το διάστημα στο εξωκλήσι των άγίων Αποστόλων.
Οι τριάντα εννέα λειτουργίες έγιναν απρόσκοπτα. Η τελευταία έπρεπε νά γίνει ήμέρα Κυριακή.
Το βράδυ όμως του Σαββάτου πιάνει τον παπά ένας δυνατός πονόδοντος και τον αναγκάζει νά επιστρέψει ατό σπίτι του.
Η πρεσβυτέρα του πρότεινε νά βγάλει το δόντι, μα εκείνος αρνήθηκε, γιατί έπρεπε την επόμενη νά τελέσει την τελευταία λειτουργία. τα μεσάνυχτα ο πόνος κορυφώθηκε, και τελικά ο παπάς αναγκάστηκε νά βγάλει το δόντι.
Επειδή όμως παρουσιάστηκε αιμορραγία, ανέβαλε την τελευταία λειτουργία για τη Δευτέρα.
Στο μεταξύ, το απόγευμα του Σαββάτου, ο Γεώργιος, ο γιος του μακαριστού Δημητρίου, ετοίμασε μερικά χρήματα για τον κόπο του ιερέα, με σκοπό νά του τα δώσει την επόμενη μέρα.
Τα μεσάνυχτα ξύπνησε για νά προσευχηθεί. 'Ανακάθισε στο κρεβάτι κι άρχισε νά φέρνει ατό νου του τις αρετές, τα χαρίσματα και τα σοφά λόγια του πατέρα του. Κάποια στιγμή πέρασε απ' το μυαλό του ή ακόλουθη σκέψη: "Άραγε ωφελούν τα σαρανταλείτουργα τις ψυχές των κεκοιμημένων, ή τα καθιέρωσε ή εκκλησία για παρηγοριά των ζώντων;"
Τότε ακριβώς τον πήρε ένας ελαφρός ύπνος, και είδε πώς βρέθηκε σε μια πεδιάδα με ομορφιά απερίγραπτη. "Ένιωθε ανάξιο τον εαυτό του νά βρίσκεται σε τέτοιον ιερό και παραδεισένιο χώρο. Μπροστά του απλωνόταν ένα απέραντο και κατάφυτο περιβόλι, πού μοσχοβολούσε με μίαν ανέκφραστη ευωδία.
Αυτός οπωσδήποτε θα είναι ο παράδεισος!", μονολόγησε. "Ω, τι μακαριότητα περιμένει όσους ζουν ενάρετα στη γη!"
Εξετάζόντας έκπληκτος τα υπερκόσμια κάλλη, είδε ένα λαμπρό ανάκτορο με έξοχη αρχιτεκτονική χάρη, ενώ οι τοίχοι του έλαμπαν απ' τα διαμάντια και το χρυσάφι. "Η αμορφία του ήταν ανέκφραστη.
Πλησιάζει πιο κοντά, και τότε - τι χαρά! - βλέπει στην πόρτα του παλατιού τον πατέρα του ολοφώτεινο και λαμπροφορεμένο.
Πώς βρέθηκες εδώ, παιδί μου; τον ρωτάει με πραότητα και στοργή. Ούτε κι εγώ ξέρω, πατέρα.
Καταλαβαίνω πώς δεν είμαι άξιος γι' αυτόν τον τόπο. 'Αλλά πες μου, πως τα περνάς εδώ; πως ήρθες;
Τίνος είναι αυτό το παλάτι;
Ή φιλανθρωπία του ΣΩΤΗΡΟΣ Χριστού με τις πρεσβείες της Παναγίας, πού της είχα ιδιαίτερη ευλάβεια, με αξίωσε νά καταταχθώ σ' αυτό το μέρος. "Ήταν μάλιστα νά μπω σήμερα μέσα στο παλάτι ο οικοδόμος όμως, πού το χτίζει, πέρασε μία ταλαιπωρία- έβγαλε απόψε το δόντι του - κι έτσι δεν τέλειωσαν οι σαράντα μέρες της οικοδομής του. Για το λόγο αυτό θα μπω αύριο.
'Ύστερα απ' αυτά ο Γεώργιος ξύπνησε δακρυσμένος και έκπληκτος, αλλά και με απορίες.
Πέρασε την υπόλοιπη νύχτα αναπέμποντας αίνους και δοξολογίες ατό Θεό. το πρωί, μετά τη θεία λειτουργία, πήρε πρόσφορα, νάμα και αγνό κερί και ξεκίνησε για το εξωκλήσι των άγίων Απόστολων. ο παπα-Δημήτρης τον υποδέχθηκε με χαρά:
Τώρα μόλις τελείωσα κι εγώ τη θεία λειτουργία. 'Έτσι ολοκληρώθηκε το σαρανταλείτουργο. Αυτό το είπε για νά Μην τον λυπήσει.
Ο επισκέπτης τότε του διηγήθηκε το νυχτερινό του δράμα.
Όταν έφτασε στο σημείο πού ο πατέρας του δεν μπήκε στο παλάτι, γιατί ο οικοδόμος έβγαλε το δόντι του, ο παπα-Δημήτρης ένιωσε φρίκη, αλλά και θαυμασμό.
Εγώ είμαι, αγαπητέ μου, ο οικοδόμος πού εργάστηκε στην οικοδομή του παλατιού, είπε με χαρά.
Σήμερα δεν λειτούργησα, γιατί έβγαλα το δόντι μου. θα λειτουργήσω όμως τη Δευτέρα, κι έτσι θα ολοκληρώσω το πνευματικό παλάτι του πατέρα σου.
Θαύματα και αποκαλύψεις από τη Θεία Λειτουργία
(Έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου Αττικής
http://www.orthodoxfathers.com

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΝΔΟΞΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗΝ ΗΛΙΑΝ ΤΟΝ ΘΕΣΒΙΤΗΝ


ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΝΔΟΞΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗΝ ΗΛΙΑΝ ΤΟΝ ΘΕΣΒΙΤΗΝ

ερεύς· Ελογητός Θεός...

ναγνώστης· μήν.

Ψαλμός ρμβ΄ (142)

Κύριε, ε
σάκουσον τς προσευχς μου, νώτισαι τήν δέησίν μου ν τ ληθεί σου, εσάκουσόν μου ν τ δικαιοσύν σου. Καί μή εσέλθς ες κρίσιν μετά το δούλου σου, τι ο δικαιωθήσεται νώπιόν σου πς ζν. τι κατεδίωξεν χθρός τήν ψυχήν μου· ταπείνωσεν ες γν τήν ζωήν μου. κάθισέ με ν σκοτεινος ς νεκρούς αἰῶνος, καί κηδίασεν π’ μέ τό πνεμά μου, ν μοί ταράχθη καρδία μου. μνήσθην μερν ρχαίων, μελέτησα ν πσι τος ργοις σου, ν ποιήμασι τν χειρν σου μελέτων. Διεπέτασα πρός σέ τάς χεράς μου· ψυχή μου ς γ νυδρός σοι. Ταχύ εσάκουσόν μου, Κύριε, ξέλιπε τό πνεμά μου. Μή ποστρέψς τό πρόσωπόν σου π’ μο, καί μοιωθήσομαι τος καταβαίνουσιν ες λάκκον. κουστόν ποίησόν μοι τό πρωΐ τό λεός σου, τι πί σοί λπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, δόν, ν πορεύσομαι, τι πρός σέ ρα τήν ψυχήν μου. ξελο με κ τν χθρν μου, Κύριε, πρός σέ κατέφυγον· δίδαξόν με το ποιεν τό θέλημά σου, τι σύ ε Θεός μου. Το πνεμά σου τό γαθόν δηγήσει με ν γ εθεί· νεκεν το νόματός σου, Κύριε, ζήσεις με. ν τ δικαιοσύν σου ξάξεις κ θλίψεως τήν ψυχήν μου, καί ν τ λέει σου ξολοθρεύσεις τούς χθρούς μου. Καί πολες πάντας τούς θλίβοντας τήν ψυχήν μου, τι γώ δολός σού εμι.

Ευθύς εις ήχον δ`.
Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματιΚυρίου. ( τετράκις )

Ε
τα τά παρόντα Τροπάρια.

χος δ΄. Τ Θεοτόκ

Τόν τ
ν ἀῤῥήτων μυστηρίων πόπτην, καί ζηλωτήν Θεο το ζντος προφήτην, νευφημοντες κράξωμεν κ βάθους ψυχς· λία μεγαλώνυμε, τας πρεσβείαις σου ῥῦσαι, κ τν ναγκν μς, καί παντοίων κινδύνων, καί πάσης λλης βλάβης καί φθορς, τούς προσφυγόντας, θεόπτα, τ σκέπ σου.

Δόξα. Καί ν
ν. Θεοτοκίον.

Ο
σιωπήσομέν ποτε Θεοτόκε, τάς δυναστείας σου λαλεν ο νάξιοι· ε μή γάρ σύ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς μς ρρύσατο κ τοσούτων κινδύνων; τίς δέ διεφύλαξεν ως νν λευθέρους; οκ ποστμεν Δέσποινα κ σο· σούς γάρ δούλους σζεις εί κ παντοίων δεινν.

Ε
τα Ψαλμός Ν΄

λέησόν με Θεός κατά τό μέγα λεός σου, καί κατά τό πλθος τν οκτιρμν σου ξάλειψον τό νόμημά μου. πί πλεον πλνόν με πό τς νομίας μου, καί πό τς μαρτίας μου καθάρισόν με. τι τήν νομίαν μου γώ γινώσκω, καί μαρτία μου νώπιόν μού στι διά παντός. Σοί μόν μαρτον, καί τό πονηρόν νώπιόν σου ποίησα, πως ν δικαιωθς ν τος λόγοις σου, καί νικήσς ν τ κρίνεσθαί σε. δού γάρ ν νομίαις συνελήφθην, καί ν μαρτίαις κίσσησέ με μήτηρ μου. δού γάρ λήθειαν γάπησας· τά δηλα καί τά κρύφια τς σοφίας σου δήλωσάς μοι. αντιες με σσώπ, καί καθαρισθήσομαι· πλυνες με, καί πέρ χιόνα λευκανθήσομαι. κουτιες μοι γαλλίασιν καί εφροσύνην, γαλλιάσονται στέα τεταπεινωμένα. πόστρεψον τό πρόσωπόν σου πό τν μαρτιν μου, καί πάσας τάς νομίας μου ξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ν μοί, Θεός, καί πνεμα εθές γκαίνισον ν τος γκάτοις μου. Μή πορρίψς με πό το προσώπου σου, καί τό Πνεμά σου τό γιον μή ντανέλς π’ μο. πόδος μοι τήν γαλλίασιν το σωτηρίου σου, καί Πνεύματι γεμονικ στήριξόν με. Διδάξω νόμους τάς δούς σου, καί σεβες πί σέ πιστρέψουσι. Ῥῦσαί με ξ αμάτων Θεός, Θεός τς σωτηρίας μου, γαλλιάσεται γλσσά μου τήν δικαιοσύνην σου. Κύριε, τά χείλη μου νοίξεις, καί τό στόμα μου ναγγελε τήν ανεσίν σου. τι, ε θέλησας θυσίαν δωκα ν· λοκαυτώματα οκ εδοκήσεις. Θυσία τ Θε πνεμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην Θεός οκ ξουδενώσει. γάθυνον, Κύριε, ν τ εδοκί σου τήν Σιών καί οκοδομηθήτω τά τείχη ερουσαλήμ. Τότε εδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ναφοράν καί λοκαυτώματα. Τότε νοίσουσιν πί τό θυσιαστήριόν σου μόσχους.

Καί
Κανών το Κυρίου ωσήφ, διορθωθείς, ο κροστιχίς· Νέμοις μάκαρ μοι θείαν   λιού χάριν. ωσήφ.

δή α΄. χος πλ. δ΄. ρματηλάτην Φαραώ.

Νενεκρωμένην τήν ψυχήν μου ζώωσον,
ς τόν τς χήρας υόν, καί ρετας θείαις, μάκαρ καταλάμπρυνον, καί πρός ζωήν δήγησον, καί τς αωνιζούσης, τρυφς νάδειξον μέτοχον, σο κατατρυφν φιέμενον.

ν τ σέ τίκτεσθαι σός μεμύηται, γεννήτωρ μέγιστον, ς ληθς θαμα· πρ γάρ σιτιζόμενον, φλογί τε σπαργανούμενον, σέ τεθέαται μάκαρ· διό τας σας παρακλήσεσι, ῥῦσαί με πυρός αωνίζοντος.

Μεγαλυνθείς τα
ς πρός Θεόν σου νεύσεσι, ζηλν ζήλωσας, ς ληθς μάκαρ, τ Κυρί πάντοτε, διό με νδυνάμωσον, ζήλου θείου πλησθέντα, τό νθεον πράττειν βούλημα, να σε γεραίρω σωζόμενος.

Θεοτοκίον.

περούσιος Θεός, Πανάμωμε, κ σο σεσάρκωται, καί δι’ μς φθη, καθ’ μς ς νθρωπος· ν κτενς κέτευε, πέρ πάντας νθρώπους, μαρτηκότα με, Πάναγνε, σσαι καί κολάσεως ύσασθαι.

δή γ΄. Ορανίας ψδος…

ερες τς ασχύνης, ς δυσμενες κτεινας, νδοξε προφτα ζήλ, Θεο πυρπολούμενος· θεν κραυγάζω σοι, τν τς ασχύνης με ργων, καί διαιωνίζοντος πυρός ξάρπασον.

Σέ προβάλλομαι πρέσβυν, πρός τόν Θεόν μέγιστον, σώζειν με δυνάμενον, πάσης, μάκαρ, κακώσεως· προσεπικάμφθητι, τ
ταπειν μου δεήσει, καί μή περίδς με παρακαλοντά σε.

Μεγαλύνει Θεός σε,
παντουργός νδοξε, πάλαι, λιού, δι’ ρνέου, τρέφων προφτά σε· ν κδυσώπησον, τς αωνίου τρυφς με, καί φωτός το μέλλοντος ποισαι μέτοχον.

Θεοτοκίον.

διόδευτε πύλη, πρός Θεόν φέρουσα, πύλας μετανοίας μοι, Κόρη, νοιξον δέομαι, ποκαθαίρουσα, μαρτιν μου τόν ύπον, μβροις το λέους σου, Θεοχαρίτωτε.

δή δ΄. Σύ μου σχύς, Κύριε…

Κάμπτει τόν σόν, ζ
λον Θεός πυρακτούμενον, καί πρός χήραν, πέμπει διατρέφεσθαι, τόν γυναικός, πάλαι πειλ, λιού, φυγάδα γεγενημένον, θεσπέσιε· διό σε κετεύω, τήν ψυχήν μου πεινσαν, διαθρέψαι νθέοις χαρίσμασιν.

μαρτιν, νέφη δεινά συγκαλύπτει με, τρικυμίαι, βίου με χειμάζουσι, καί πιπνέουσι χαλεπς, κατά τς ψυχς μου, τς πονηρίας τά πνεύματα. Προφτα θεηγόρε, κυβερνήτης γενο μοι, σωτηρίας πρός ρμον θύνων με.

Ῥῶσιν ψυχς, ῥῶσιν παράσχου μοι σώματος, τόν τάς νόσους, πάντων φαιρούμενον, κδυσωπν, μάκαρ λιού, Κύριον τς δόξης· καί βλαβς διατρέχειν με, τά σκάνδαλα το βίου, κατευόδωσον σέ γάρ, γαθόν μου προστάτην προβάλλομαι.

Θεοτοκίον.

Μετά πασ
ν, τν ορανίων Δυνάμεων, μετά πάντων, Δέσποινα πανάμωμε, τν προφητν καί τν θλητν καί τν ποστόλων, καί τν σίων κέτευε, τυχεν με σωτηρίας, τόν πολλά μαρτντα, καί υσθναι μελλούσης κολάσεως.

δή ε΄. να τί με πώσω...

μβροτόκους νεφέλας, εργεις πυρακτούμενος ζήλ τς πίστεως· λλά δέομαί σου, λιού, ερας μεσιτείαις σου, τήν φλογμ τακεσαν, τν δονν ψυχήν μου, θείαις πομβρίαις, ρδεσαι καί σσαί με.

ερεύς δεδειγμένος, τέθυκας θώοις σου χερσί, πανόλβιε, τν προσοχθισμάτων, ερες νεργοντας τά τοπα· λλά δέομαί σου, πάσης τόπου μαρτίας, βλαβ με, προφτα, συντήρησον.

Θαυμαστο
σαι, προφτα, θείαις πικλήσεσι φλέγων τά θύματα, κτελέσας πίστει· διά τοτο παύστως σου δέομαι, τ μ καρδί, τόν ερόν νάψαι πόθον, τά λώδη μου πάθη συμφλέγοντα.

Θεοτοκίον.

πί σέ σπερ μβρος, Λόγος καταβέβηκεν περούσιος· ν δυσώπει, Κόρη, πομβρίσαι μοι νν κατανύξεως, καθαράς σταγόνας, ποπλυνούσας πάντα ύπον, τν μέτρων κακν μου, πανάμωμε.

δή στ΄. λάσθητί μοι...

λάσθητί μοι, Σωτήρ, πολλά σοι φρόνως πταίσαντι, καί τς μενούσης κε, κολάσεως λύτρωσαι, χων δυσωποντά σε, λιού τόν μέγαν, καί τήν χραντον Μητέρα σου.

γνείας ς φυτουργός, γνόν ψυχ με συντήρησον· ς ζηλωτής, λιού, ζήλου θείου πλήρωσον, τήν μήν διάνοιαν, πως τς κακίας, τάς φόδους ποκρούσωμαι.

Νηστεύεις βρώσει μι
, δόν τεσσαρακονθήμερον, νύων θεί οπ· διό κετεύω σε, πάσης παραβάσεως, γκρατεύεσθαί με, θεοφόρε, νδυνάμωσον.

Θεοτοκίον.

πύλη το Θεο, εσόδους θείας πάνοιξον, τ ταπειν μου ψυχ, ν ας εσελεύσομαι, ξομολογούμενος, καί κακν τήν λύσιν, Θεοτόκε πολήψομαι.

Κατάσβεσον, προφ
τα νδοξε λιού Θεσβτα, τν παθν μν τούς φλογώδεις νθρακας, σχύϊ σς πρεσβείας, θεόφρον.

Καί τό Θεοτοκίον.
πίβλεψον…

ερεύς μνημονεύει.

Ε
τα τό Κοντάκιον. χος β΄.

Προφ
τα Θεο λιού μεγαλώνυμε, τούς πόθ σε εί νυμνοντας καί γεραίροντας, κινδύνων τν ν βί πολυειδν, νόσων παντοδαπν, καί πάσης τς ξ χθρν, προερχομένης θλίψεως, ῥῦσαι τας νθέρμοις πρεσβείαις σου, καί τας θείαις μαρμαρυγας, τάς ψυχάς μν καταύγασον.

Καί ε
θύς τό Προκείμενον. χος δ΄.

Σύ
ερεύς ες τόν αἰῶνα κατά τήν τάξιν Μελχισεδέκ.

Στίχος. Ε
πεν Κύριος τ Κυρί μου· Κάθου κ δεξιν μου, ως ν θ τούς χθρούς σου ποπόδιον τν ποδν σου.

Ε
αγγέλιον. κ το κατά Λουκν (δ΄2230)

Τ
καιρ κείν θαύμαζον ο χλοι πί τος λόγοις τς χάριτος, τος κπορευομένοις κ το στόματος το ησο, καί λεγον· Οχ ατός στιν υός ωσήφ; Καί επε πρός ατούς· Πάντως ρετέ μοι τήν παραβολήν ταύτην· ατρέ, θεράπευσον σεαυτόν· σα κούσαμεν γενόμενα ν τ Καπερναούμ, ποίησον καί δε ν τ πατρίδι σου. Επε δε· μήν λέγω μν, τε οδείς προφήτης δεκτός στιν ν τ πατρίδι ατο. π’ ληθείας δέ λέγω μν. Πολλαί χραι σαν ν τας μέραις λιού ν τ σραήλ, τε κλείσθη ορανός πί τη
τρία καί μ
νας ξ, ς γένετο λιμός μέγας πί πσαν τήν γν· καί πρός οδεμίαν ατν πέμφθη λίας, εμή ες Σάρεπτα τς Σιδνος πρός γυνακα χήραν. Καί πολλοί λεπροί σαν πί λισαίου το προφήτου ν τ σραήλ· καί οδείς ατν καθαρίσθη, εμή Νεεμάν Σύρος. Καί πλήσθησαν πάντες θυμο ν τ συναγωγ, κούοντες τατα. Καί ναστάντες ξέβαλον ατόν ξω τς πόλεως· καί γαγον ατόν ως τς φρύος το ρους, φ ο πόλις ατν κοδόμητο, ες τό κατακρημνίσαι ατόν. Ατός δέ, διελθών διά μέσου ατν, πορεύετο.

Δόξα. Τα
ς το σο προφήτου….

Καί ν
ν. Τας τς Θεοτόκου…

Στίχος.
λέησόν με Θεός….

χος πλ. β΄. λην ποθέμενοι...

Προφ
τα θεόσοφε, τν παθν ατοκράτωρ, πίγειε γγελε, καί βροτέ οράνιε, σο δεόμεθα. Ζηλωτά πρόφθασον, καί ῥῦσαι σκανδάλων, καί κινδύνων τήν ζωήν μν, καί πάσης θλίψεως, χθρν νομούντων πρεσβείας σου, καί πσαν νόσον δίωξον, καί πταισμάτων φεσιν ατησαι, λιού θεόπτα, προστάτα τν πιστν καί ατρέ, καί τς το δου διάσωσον, δεινς κατακρίσεως.

Τό, Σ
σον Θεός τόν λαόν σου…

δή ζ΄. Θεο συγκατάβασιν...

Λαόν
πολλύμενον, κατοικτειρήσας, ζήλ τς πίστεως, πικλήσεσι θείοις, πρ κατηγάγου φλογίζον, νδοξε, σιον θμα, διό κετεύω σε, τς αωνίου φλογός, ῥῦσαι καί σσόν με.

δεν κατηξίωσαι, Θαβώρ ν ρει, Θεο τό πρόσωπον· ν δυσώπει, προφτα, το παραβλέψαι τάς μαρτίας μου, καί ν μέρ τς δίκης, θεάσασθαι, καταγνώστ ψυχ, ατο τό πρόσωπον.

δόν πορευόμενος, το βίου πλάνας, πολλάς φίσταμαι· γαθέ μου προστάτα, κυβέρνησόν με τ προστασί σου, πιστηρίζων γνώμ, σαλευόμενον, καί πρός σαρκός δονάς, λιού νεύοντα.

Θεοτοκίον.

μν σε Πανύμνητε καί μεγαλύνω Θεοχαρίτωτε, τήν γνήν σου λοχείαν· βοήθησόν μοι βίου τος κύμασι, χειμαζομέν, καί δίδου κατάνυξιν, τ ταπειν μου ψυχ, καθαρτικήν μολυσμν.

δή η΄. πταπλασίως κάμινον...

Χωρητικόν δοχε
όν σε, θείου Πνεύματος γνωμεν, γγελον ν γ, πρ ζήλου θείου πνέοντα, δυσσέβειαν τρέποντα, καί βασιλες λέγχοντα, χρίοντα προφήτας λιού, καί ασχύνης συγκόπτοντα μαχαίρ, ερε, διά τοτο βομέν σοι, μελλούσης μς ασχύνης ῥῦσαι.

ρμα πυρός σε λαβεν, πό γς πυρακτούμενον, ζήλ, λιού, τ θεϊκ, θεόπνευστε· διό κετεύω σε, τν ν τ γ πάντων κακν, τν σν ρετν, πικουφίζειν τόν νον μου, τεθρίππ, καί πρός νύσσαν, ορανίαν με φθάσει, τόν πάντων κδυσώπει, Θεόν καί Βασιλέα.

ήματι ζντι κλεισας ορανόν ετίζοντα· ήματί σου νν, πνευματικ διάνοιξον, τάς πύλας μοι δέομαι, τς μετανοίας, γιε, πέμπων τ ψυχ μου κατανύξεως μβρους· καί σσόν με βοντα· ερες ελογετε, λαός περυψοτε, Χριστόν ες τούς αἰῶνας.

Τριαδικόν.

σοσθεν μότιμον, μοούσιον σύνθρονον, σέβοντες Τριάδα, ν μι θεότητι, Πατέρα δοξάζομεν, Υόν καί Πνεμα γιον, δυτον αγήν μοβασίλειον κράτος, καί μέλπομεν συμφώνως· ερες ελογετε, λαός περυψοτε, ες πάντας τούς αἰῶνας.

Θεοτοκίον.

Νομοθετ
ν εσέβειαν, καί διδάσκων μετάνοιαν, μμανουήλ, κ σο τεχθείς πέφανεν· νν κδυσώπησον, περαγία Δέσποινα, τς δικαιοσύνης πανοξαί μοι πύλας, καί σσαί με βοντα· ερες ελογετε, λαός περυψοτε, Χριστόν ες τούς αἰῶνας.

δή θ΄. ξέστη πί τούτ

δεν ν λεπτοτάτ αρ Θεόν, δεν δυνατόν κατηξίωσαι, σκητικας, πρότερον τό σμα διαγωγας, καταλεπτύνας, νδοξε· θεν δυσωπ σε σας προσευχας, τό πάχος το νοός μου, λεπτύνας μετανοίας, μαρμαρυγας θείαις καταύγασον.

ς πάλαι ορδάνην τ μηλωτ, διαῤῥήξας διέβης, πανόλβιε, οτω κμο, τν μαρτημάτων τν χαλεπν, τάς διεκχύσεις ξήρανον, μβρους πιπέμπων μου τ ψυχ, δακρύων καθ’ κάστην, προφτα θεηγόρε, τρυφς χειμάῤῥουν προξενοντάς μοι.

Σκανδάλων τ
ν ν βί πολυειδν, νομούντων χθρν πάσης θλίψεως, σωματικς, νόσου ψυχικς τε παρεκτροπς, τας προσευχας σου ῥῦσαί με, νδοξε προφτα ς γαθός, προστάτης μου βο σοι, καί τς ν τ γεέν, αωνιζούσης κατακρίσεως.

ρπάγης πρός τό ψος, λισαιέ, δισσουμένην τήν χάριν το Πνεύματος, καταλιπών, νδοξε ατήσαντι λιού· μεθ’ ο παύστως ατησαι, νίκην ορανόθεν κατά παθν, τος σε νευφημοσι, καί πόθ τήν σήν μνήμην, περιχαρς πανηγυρίζουσι.

Θεοτοκίον.

Φωνάς τ
ν οκετν σου ς γαθή, μή παρίδς, πανάμωμε Δέσποινα, λλ’ κτενς, ατησαι τόν πάντων Δημιουργόν, τος εσεβέσιν φεσιν, καί τήν ερωστίαν τήν ψυχικήν, δωρήσασθαι Παρθένε, καί θείας βασιλείας, τήν μετουσίαν καί λαμπρότητα.

Τό,
ξιόν στιν ς ληθς.

Καί τά παρόντα Μεγαλυνάρια.

Δε
τε τόν πυρίπνουν καί ζηλωτήν, τόν διά τεθρίππου ρπαγέντα πό τς γς, τς Χριστο δευτέρας Πρόδρομον παρουσίας, λίαν τόν Θεσβίτην μνοις τιμήσωμεν.

Χάριν
αμάτων παρά Θεο, εληφώς λία, θεραπεύεις πάθη δεινά· διό τος ν πίστει σέ πικαλουμένοις, θεράπευσον τά πάθη ψυχς καί σώματος.

Καί τό Θεοτοκίον. Π
σαι τν γγέλων…

Τρισάγιον, ε
τα τό Τροπάριον. χος β΄.

νσαρκος γγελος, τν προφητν κρηπίς, δεύτερος Πρόδρομος τς παρουσίας Χριστο, λίας νδοξος, νωθεν καταπέμψας, λισαί τήν χάριν, νόσους ποδιώκει καί λεπρούς καθαρίζει· διό καί τος τιμσιν ατόν βρύει άματα.

Ε
τα μνημονεύει ερεύς.

ν τ πολύσει ψάλλεται τό παρόν

χος β΄. τε κ το ξύλου σέ νεκρόν…

Δε
τε ρθοδόξων πληθύς, μέλος ναρμόνιον ντως, ψαλμικς σωμεν, καί τόν χριστοκήρυκα νευφημήσωμεν, τόν οράνιον νθρωπον, λίαν τόν θεον, καί ναβοήσωμεν, πρός ατόν λέγοντες· πάντας τούς πιστς σου τελοντας, μνήμην τήν γίαν λιτας σου, ῥῦσαι κ παντοίων περιστάσεων.