Gold Cross

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

ΝΕΑ ΦΡΙΧΤΗ ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ!!! Ὁ κάθε Χριστιανός νά ἀναλάβει τίς εὐθύνες του.



Γιά δεύτερη φορά ΑΙΣΧΟΣ στήν ἐν λόγῳ βλάσφημη παράσταση corpus christi.
Πῶς θά παραστοῦν οἱ ἐμπλεκόμενοι στό Ἱερό Βῆμα τοῦ Θεοῦ στήν Μέλλουσα Κρίση; Τί "παράσταση" θά ἔχουν νά ἐπιδείξουν τότε ἔμπροσθεν τοῦ Θεοῦ;
Καί τό πιθανότερο εἶναι, νά εἶναι βαπτισμένοι ὅλοι αὐτοί, μέ τό Ἅγιον Πνεῦμα μέσα τους!
Ἀκόμη κι ἕνας ἄθεος ἤ μή Χριστιανός, ὀφείλει τόν στοιχειώδη σεβασμό στά πιστεύω τοῦ κάθε συνανθρώπου του!

Κανένας νά μή πατήσει σ' αὐτήν τήν παράσταση, τό ἐλαχιστώτερο πού μποροῦμε νά κάνουμε.
Νά γίνουν  καταγγελίες μέ τηλέφωνα, μέηλ, ἐπιστολές στό :Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού
Νά γίνουν μηνύσεις στούς παράγοντες καί ἠθοποιούς τῆς ἀκατανόμαστης αὐτῆς παράστασης, παραθέτω τά σχετικά ἄρθρα τοῦ νόμου:
ΕΠΙΒΟΥΛΗ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ
 
1. Με φυλάκιση μέχρι δύο ετών τιμωρείται όποιος....
δημόσια και κακόβουλα βρίζει με οποιονδήποτε τρόπο το Θεό.
 «2. Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παραγράφου 1, εκδηλώνει δημόσια με βλασφημία έλλειψη σεβασμού προς τα θεία, τιμωρείται με κράτηση έως έξι (6) μήνες ή με πρόστιμο έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.»

 Άρθρο 199: ΚΑΚΟΒΟΥΛΗ ΚΑΘΥΒΡΙΣΗ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ
 Όποιος δημόσια και κακόβουλα καθυβρίζει με οποιονδήποτε τρόπο την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού με φυλάκιση μέχρι δύο ετών.
Νά ἐνημερωθοῦν ἐκ νέου ἡ Μητρόπολη Ἀθηνῶν καί ἡ Ἱερά Σύνοδος, γιά νά προβοῦν στίς ἀπαραίτητες ἐνέργειες γιά τήν προστασία τῆς Συνταγματικά κατοχυρωμένης Ὀρθόδοξης Πίστης τῆς συντριπτικῆς πλειοψηφίας τῶν Ἑλλήνων!

Συντάκτης: Μ.Σ

Σκαλώνουμε σε ασήμαντα πράγματα...



Αυτά είναι σαν τις νάρκες που βάζει ο εχθρός, για να αχρηστέψει τον στρατό. Το ταγκαλάκι (έτσι αποκαλούσε ο Γέροντας τον διάβολο και τα δαιμόνια) όταν δει ότι δεν μπορεί να κάνει άλλη ζημιά στον αγωνιστή , κοιτάει πώς να τον αχρηστέψει με ασήμαντα πράγματα.
Ύστερα, να ξέρεις ότι υπάρχουν και μικρά ταγκαλάκια, που κάνουν όμως μεγάλη ζημιά. Μια φορά ρώτησαν ένα μικρό ταγκαλάκι: «Τάχα τι μπορείς να κάνεις εσύ;». «Εγώ τι μπορώ να κάνω; Πάω και μπερδεύω τις κλωστές στις μοδίστρες, στους τσαγκάρηδες, απάντησε, και τους κάνω να θυμώνουν».
Τα μεγαλύτερα σκάνδαλα γίνονται από τιποτένια πράγματα, όχι μόνο σ' εμάς, αλλά μερικές φορές και στα κράτη. Στους πνευματικούς ανθρώπους δεν υπάρχουν σοβαρές αφορμές για σκάνδαλα.
Από το μικρά παίρνει ο διάβολος αφορμή. Τσακίζει τον άνθρωπο ψυχικά με κάτι χαζά, παιδικά πράγματα, οπότε κάνει την καρδιά του όπως εκείνος θέλει και μένει μετά κανείς ένα κούτσουρο.

Περί αοργησίας Κλίμαξ του Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου



1. Όπως το νερό, πού χύνεται λίγο-λίγο στην φωτιά, την σβήνει τελείως, έτσι και το δάκρυ του αληθινού πένθους σβήνει όλη την φλόγα του θυμού και της εξημμένης οργής.
Γι΄αυτό και τα ετοποθετήσαμε, στην σειρά του λόγου, το ένα πρίν και το άλλο μετά.
2. Αοργησία σημαίνει ακόρεστη επιθυμία για ατιμία, όμοια με την απέραντη επιθυμία των κενοδόξων για έπαινο. Αοργησία σημαίνει νίκη κατά της ανθρώπινης φύσεως, πού φαίνεται με την αναισθησία απέναντι στις ύβρεις και πού αποκτάται με αγώνας και ιδρώτας.
3. Πραότης σημαίνει να παραμένη ακίνητη και ατάραχη η ψυχή, τόσο στις ατιμίες όσο και στους επαίνους.
4. Η αρχή της αοργησίας είναι να σιωπούν τα χείλη, ενώ η καρδιά ευρίσκεται σε ταραχή. Το μέσον είναι να σιωπούν οι λογισμοί, ενώ η ψυχή ευρίσκεται σε ολίγη ταραχή. Και το τέλος, να επικρατή στην θάλασσα της ψυχής μόνιμη και σταθερά γαλήνη, όσο και αν φυσούν οι ακάθαρτοι άνεμοι.
5. Οργή σημαίνει να διατηρής συνεχώς μέσα σου κάποιο μίσος, να ενθυμήσαι δηλαδή το κακό πού σου έγινε. Οργή σημαίνει να επιθυμής να εκδικηθής αυτόν που σε παρώξυνε.
6. Οξυχολία σημαίνει έξαψις της καρδιάς πού γίνεται παρευθύς και διά μιάς. Πικρία σημαίνει μία εσωτερική κίνησις εστερημένη από κάθε ευχαρίστησι και εδραιωμένη μέσα στην ψυχή.
7. Θυμός σημαίνει ευμετάβλητη και ευέξαπτη συμπεριφορά και ασχημοσύνη της ψυχής.
8. Μόλις φανή το φώς, υποχωρεί το σκότος. Ομοίως μόλις «μυρίση» η ταπείνωσις, εξαφανίζεται κάθε πικρία και θυμός. Μερικοί ενώ είναι ευμετάβλητοι στην συμπεριφορά τους εξ αιτίας του θυμού, έν τούτοις αμελούν να φροντίσουν για την θεραπεία τους. Και δεν ακούουν οι ταλαίπωροι αυτόν που είπε: «Η ορμή του θυμού οδηγεί τον άνθρωπο στην πτώση» (Σοφ.Σειράχ α΄ 22) .
9. Μία απότομη κίνησις ενός μύλου [1] μπορεί σε μία στιγμή να συντρίψη περισσότερο καρπό και σιτάρι της ψυχής απ΄ ό,τι η σιγανή κίνησις ενός άλλου μύλου μία ολόκληρη ημέρα.
10. Ένα απότομο φούντωμα της φωτιάς από σφοδρό άνεμο μπορεί να κάψη και να αφανίση τον αγρό της καρδιάς περισσότερο απ΄ ό,τι η μικρή φωτιά πού καίει αργά.
11. Δεν πρέπει να μας διαφεύγη, αγαπητοί μου, ότι για ωρισμένον καιρό οι πονηροί δαίμονες κρύπτονται ολίγον και δεν μας πολεμούν. Και αυτό, για να πέσωμε σε αμέλεια θεωρώντας ως μικρά τα μεγάλα πάθη, και έτσι να πέσωμε σε αθεράπευτη ασθένεια.
12. Μία πέτρα με πολλές αιχμές και ανωμαλίες, όταν συγκρούεται και κτυπάται με άλλες πέτρες, συντρίβει όλα τα απότομα και σκληρά σημεία της και γίνεται στρογγυλή. Ομοίως και μία θυμώδης και απότομη ψυχή, όταν συναναστρέφεται και συζή με σκληρούς και θυμώδεις ανθρώπους, υφίσταται ένα έκ των δύο: Ή υπομένει και θεραπεύει το τραύμα της. Ή αναχωρεί και γνωρίζει την αδυναμία της, την αδυναμία της, πού σαν σε καθρέπτη της την έδειξε καθαρά ή άνανδρος φυγή της.
13. Θυμώδης σημαίνει να γίνεσαι θεληματικά επιληπτικός, και από αθέλητη κακή συνήθεια να πέφτης κάτω και να συντρίβεσαι ολοσχερώς.
14. Σε όσους μετανοούν τίποτε δεν είναι πιο αταίριαστο από την ταραχή του θυμού. Διότι η μετάνοια και η επιστροφή χρειάζονται πολλή ταπείνωσι, ενώ ο θυμός δείχνει άνθρωπο γεμάτο από υπερηφάνεια.
15. Εάν το όριο της πιο τελείας πραότητος είναι, ενώ ευρίσκεται εμπρός σου αυτός πού σε παροξύνει, να τον αντιμετωπίζης με εσωτερική γαλήνη και αγάπη, τότε οπωσδήποτε το έσχατο όριο του θυμού είναι, ενώ απουσιάζει αυτός πού σε ελύπησε, να κάνης ότι συγκρούεσαι μαζί του με διάφορα λόγια και κινήματα θηριώδη.
16. Εάν το Άγιο Πνεύμα ονομάζεται και είναι «ειρήνη ψυχής», ενώ η οργή «ταραχή καρδίας», τότε οπωσδήποτε τίποτε άλλο δεν εμποδίζει την παρουσία Του μέσα μας όσο ο θυμός.
17. Γνωρίζομε πώς είναι πάμπολλα τα τέκνα του θυμού. Και όλα είναι φοβερά. Ένα όμως τέκνο του πού το γεννά χωρίς να το θέλη, αν και νόθο, είναι ωφέλιμο: Είδα ανθρώπους πού άναψαν από την μανία του θυμού και έβγαλαν από μέσα τους σαν έμετο την μακροχρόνιο μνησικακία τους. Έτσι με το ένα πάθος απηλλάγησαν από το άλλο! Και η μακροχρόνια λύπη τους διελύθη! Διότι εκείνος πού τους ελύπησε ή εζήτησε συγχώρησι ή έδωσε τις απαιτούμενες εξηγήσεις.
Αντιθέτως είδα άλλους πού κατά τρόπο απαράδεκτο έδειξαν ότι ήσαν δήθεν μακρόθυμοι. Έτσι με την σιωπή εναποθήκευσαν μέσα τους την μνησικακία. Αυτούς τους ελεεινολόγησα περισσότερο από τους πρώτους, διότι με το μελάνι (της μνησικακίας) έδιωξαν από την ψυχή τους το περιστέρι, (την ειρήνη δηλαδή και την χάρι του Αγίου Πνεύματος).
18. Χρειάζεται να προσέξωμε πολύ αυτόν τον όφι (του θυμού). Διότι τον βοηθεί και η ίδια η φύσις μας, όπως ακριβώς και τον όφι του σαρκικού πάθους. Είδα μερικούς πού ωργίσθηκαν και από την πικρία τους αρνήθηκαν να φάγουν. Με την απαράδεκτη αυτή εγκράτειά τους επήραν επάνω στο πρώτο δηλητήριο και δεύτερο.
Αντιθέτως είδα άλλους πού επιάσθηκαν από εύλογη δήθεν αφορμή του θυμού κι εξέσπασαν στην γαστριμαργία. Έτσι από τον λάκκο έπεσαν στον γκρεμό. Είδα όμως και άλλους συνετούς πού σαν καλοί ιατροί εκράτησαν την μεσαία οδό, και με την κανονική λήψι της τροφής παρηγορήθηκαν και ωφελήθηκαν υπερβολικά.
19. Μερικές φορές η ψαλμωδία, όταν είναι μετρία, καταπραΰνει άριστα τον θυμό. Και μερικές φορές, όταν είναι άμετρη και άκαιρη, δημιουργεί φιληδονία. Γι΄αυτό ας την χρησιμοποιούμε διακριτικά ανάλογα με τις περιστάσεις.
20. Ευρέθηκα κάποτε εξ αιτίας μιας ανάγκης έξω από ένα κελλί ερημιτών. Ενώ εκαθόμουν εκεί, τους άκουσα να μάχωνται γεμάτοι πικρία και θυμό εναντίον κάποιου ο οποίος απουσίαζε -αυτός τους είχε λυπήσει σε κάτι- και σαν πέρδικες μέσα σε κλουβί να ορμούν επάνω στο πρόσωπό του σάν να ήταν παρών. Εκείνο πού τους συμβούλευσα από πνευματικό ενδιαφέρον ήταν να εγκαταλείψουν την ερημική ζωή, για να μη καταντήσουν από άνθρωποι δαίμονες.
Είδα επίσης και μερικούς άλλους με καρδιά υποδουλωμένη στην λαγνεία και στην γαστριμαργία. Αυτοί φαίνονταν γεμάτοι πραότητα και κολακευτική ευγένεια και φιλαδελφία και ευπροσηγορία. Εκείνο πού τους συμβούλευσα ήταν να ασπασθούν την ερημική ζωή -το ξυράφι κατά της λαγνείας και της γαστριμαργίας- για να μη καταντήσουν ελεεινά από λογικοί άνθρωποι άλογα ζώα.
Μερικοί όμως μου έλεγαν ότι παρασύρονται αξιοθρήνητα και στα δύο κακά, (και στον θυμό και στην φιληδονία). Αυτούς τους εμπόδισα αυστηρά από το να έχουν ιδικό τους πρόγραμμα. Και συνέστησα φιλικά στους Γέροντές τους να τους ορίζουν άλλοτε την μία (την κοινοβιακή) και άλλοτε την άλλη (την ερημιτική) ζωή. Και σε όλα να κλίνουν τον αυχένα και να υποτάσσωνται στον πνευματικό τους επιστάτη.
21. Ο φιλήδονος βλάπτει και ατιμάζει τον εαυτό του μόνο. Ίσως και τον συνένοχό του. Ενώ ο θυμώδης πολλές φορές σαν λύκος αναστατώνει όλη την ποίμνη και τραυματίζει πολλές ταπεινές ψυχές.
22. Είναι βαρύ να ταραχθή από τον θυμό ο οφθαλμός της καρδίας, να συμβή δηλαδή εκείνο πού είπε ο Ψαλμωδός: «Εταράχθη από θυμού ο οφθαλμός μου» (Ψαλμ.στ΄ 8) . Είναι όμως πιο βαρύ να εκδηλωθή με τα χείλη η εσωτερική ορμή του θυμού. Το να εκδηλωθή όμως και με χειροδικία είναι πράγμα ολωσδιόλου εχθρικό και ξένο προς την μοναχική και αγγελική και θεϊκή ζωή.
23. Εάν θέλης ή μάλλον νομίζης ότι πρέπει να αφαιρέσης το κάρφος από τον οφθαλμό του άλλου, πρόσεξε μήπως αντί ιατρικής σμίλης χρησιμοποιήσης κανένα δοκάρι, οπότε θα ανοίξης ή θα καταστρέψης εντελώς τον οφθαλμό. Δοκάρι είναι ο βαρύς λόγος και οι απρεπείς εξωτερικοί τρόποι. Ενώ το άλλο, (η ιατρική σμίλη), είναι η με επιείκεια διδασκαλία και ο με μακροθυμία και καλωσύνη έλεγχος. Ο Απόστολος λέγει «έλεγξον, επιτίμησον, παρακάλεσον» (Β΄ Τιμ.δ΄ 2) , όχι όμως και «τύψον» (κτύπα). Εάν όμως σπανίως χρειασθή και αυτό, άς γίνη, όχι όμως από σένα.
24. Ας εξετάσωμε και θα διαπιστώσωμε ότι πολλοί θυμώδεις εκτελούν με προθυμία την νηστεία και την αγρυπνία και την ησυχαστική ζωή. Και τούτο, διότι ο δαίμων τους σπρώχνει με την πρόφασι της μετανοίας και του πένθους σε εκείνα πού αυξάνουν και ερεθίζουν το πάθος τους.
25. Εάν ένας λύκος, (ένας δηλαδή άγριος και θυμώδης μοναχός), με την βοήθεια ενός δαίμονος μπορή να αναστατώση την ποίμνη, οπωσδήποτε και ένα αδελφός γεμάτος από θεϊκή σοφία, σαν εκλεκτός ασκός γεμάτος από λάδι, με την βοήθεια ενός Αγγέλου μπορεί να αποτρέψη το κύμα και να γαληνεύση το πλοίο. Ο αδελφός αυτός θα λάβη από τον Θεό τόσο μισθό, όση καταδίκη ο πρώτος, και θα γίνη σε όλους καλό παράδειγμα και αιτία ωφελείας.
26. Η αρχή της μακαρίας ανεξικακίας είναι το να γίνωνται δεκτές οι ατιμίες με εσωτερική πικρία και οδύνη. Το μέσον, να αντιμετωπίζονται χωρίς λύπη. Και το τέλος, εάν υπάρχη τέλος, να θεωρούνται ως έπαινοι. Χαίρε ο πρώτος. Ενδυναμώσου ο δεύτερος. Ο τρίτος όμως είσαι μακάριος, διότι αγάλλεσαι έν Κυρίω.
27. Παρετήρησα ένα άθλιο θέαμα ανάμεσα σε οργίλους ανθρώπους, πού συνέβαινε εξ αιτίας του εγωϊσμού τους χωρίς να το αντιλαμβάνονται. Τι συνέβαινε; Έπεφταν στο πλήθος της οργής και για την ήττα τους αυτή πάλι ωργίζονταν. Βλέποντάς τους να τιμωρούν την πρώτη πτώσι με δευτέρα, εθαύμαζα. Παρατηρώντας τους να εκδικούνται την μία αμαρτία με την άλλη, τους ελυπόμουν. Και κατάπληκτος από την πανουργία των δαιμόνων, παρ΄ ολίγο να πέσω σε απόγνωσι για την ζωή μου.
28. Εάν κάποιος βλέπη ότι νικάται εύκολα από τον εγωϊσμό, τον θυμό, την πονηρία και την υποκρισία, και εάν εξ αιτίας αυτού απεφάσισε να σύρη εναντίον τους την δίστομο μάχαιρα της πραότητος και ανεξικακίας, πρέπει να πάη σε ένα σωτήριο «κναφείον», δηλαδή σε ένα Κοινόβιο πού να έχη πολύ σκληρούς αδελφούς -εάν βέβαια επιθυμεί να πετάξη από επάνω του αυτά τα πάθη. Και εκεί, με τις ύβρεις και τις ατιμίες και τις ταραχές και τις τρικυμίες των αδελφών θα τεντώνεται και θα δέχεται κτυπήματα νοητά -ίσως και αισθητά- και θα ξύνεται και θα δέχεται λακτίσματα και θα ποδοπατήται. Έτσι θα μπορέση να πλύνη και να εξαφανίση την ακαθαρσία πού υπάρχει στο ένδυμα της ψυχής του.
Οι ονειδισμοί αποπλύνουν την ψυχή από τα πάθη. Σε αυτό ας σε πείση και η φράσεις πού χρησιμοποιεί ο λαός. Μερικοί κοσμικοί δηλαδή, όταν εξυβρίσουν κάποιον κατά πρόσωπον, λέγουν με καύχησι: «Τον τάδε τον έλουσα»! Και αυτό αποτελεί πραγματικότητα.
29. Άλλη είναι η αοργησία πού παρατηρείται στους αρχαρίους εξ αιτίας του πένθους, και άλλη είναι η ακινησία (και νέκρωσις) της οργής πού παρατηρείται στους τελείους. Στην πρώτη περίπτωσι, η αοργησία συγκρατείται σαν με χαλινάρι από το δάκρυ, ενώ στην δευτέρα η οργή ομοιάζει με όφι πού τον εθανάτωσε το μαχαίρι της απαθείας.
Είδα τρεις μοναχούς πού εξυβρίσθηκαν συγχρόνως. Ο πρώτος απ΄αυτούς δαγκώθηκε και ταράχθηκε, αλλά δεν ωμίλησε. Ο δεύτερος χάρηκε για τον εαυτό του, αλλά λυπήθηκε για τον υβριστή. Και ο τρίτος αφού αναλογίσθηκε την ψυχική βλάβη του υβριστού έχυσε θερμά δάκρυα. Έτσι έχεις εμπρός σου τον εργάτη του φόβου, τον μισθωτό και τον εργάτη της αγάπης.
30. Όπως ο πυρετός του σώματος είναι μέν ένας κατ΄ ουσίαν, αλλά έχει πολλές αφορμές πού τον δημιουργούν, έτσι και η εμφάνισις και η έξαψις του θυμού, καθώς βέβαια και των άλλων παθών μας, οφείλονται σε πολλές και διάφορες αιτίες. Γι΄αυτό και είναι αδύνατο να ορίσωμε τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίσεώς των. Έχω δε την γνώμη ότι ο τρόπος της θεραπείας πρέπει να επαφίεται περισσότερο στην επιμέλεια και στην φροντίδα των ιδίων των ασθενών. Η δε αρχή της θεραπείας θα είναι να γνωρίση ο ασθενής την αιτία του πόνου και οδύνης του. Και εφ΄όσον ευρεθή η αιτία, τότε εμείς που ασθενούμε θα πάρωμε την κατάλληλη αλοιφή από την πρόνοια του Θεού και τους πνευματικούς ιατρούς μας.
31. Ας στήσωμε κατά κάποιο τρόπο ένα φανταστικό δικαστήριο. Όσοι θέλουν να μας ακολουθήσουν με την χάρι του Κυρίου, ας εισέλθουν σ΄ αυτό το δικαστήριο και ας εξετάσουν κάπως μαζί μας τα προηγούμενα πάθη και τις αιτίες των. Ας δεθή λοιπόν ο θυμός ο τύραννος με τα δεσμά της πραότητος. Ας κτυπηθή από την μακροθυμία, ας συρθή από την αγία αγάπη, ας παρουσιασθή στο δικαστικό τούτο βήμα του λόγου και ας ανακριθή καταλλήλως:
«Λέγε μας, ώ παράφρον και άσεμνε, τα ονόματα του πατέρα σου και της μητέρας πού κακώς σε εγέννησαν, καθώς και των υιών σου και των βδελυκτών θυγατέρων σου. Και όχι μόνο αυτά, αλλά να μας εξηγήσης επί πλέον, ποιοι είναι αυτοί πού σε πολεμούν και σε φονεύουν».
Και αυτός, ο θυμός δηλαδή, απαντώντας θα μας ειπή περίπου τα εξής:
«Οι αιτίες πού με γεννούν είναι πολλές. Και ο πατέρας μου δεν είναι ένας. Μητέρες μου είναι η κενοδοξία, η φιλαργυρία και η γαστριμαργία, μερικές φορές και η πορνεία. Εκείνος πού με εγέννησε ονομάζεται τύφος, δηλαδή έπαρσις. Οί δε θυγατέρες μου ονομάζονται μνησικακία, έχθρα, δικαιολογία και μίσος. Οι εχθροί μου από τους οποίους τώρα κρατούμαι δεμένος είναι οι αντίπαλοι των θυγατέρων μου, η αοργησία δηλαδή και η πραότης. Αυτή πού με επιβουλεύεται ονομάζεται ταπεινοφροσύνη. Για το ποιος την εγέννησε, ας ερωτήσετε την ίδια στο ιδικό της κεφάλαιο.
Στην ογδόη βαθμίδα έχει τοποθετηθή ο στέφανος της αοργησίας. Όποιος τον εφόρεσε λόγω του ηπίου χαρακτήρος του, ίσως δεν φορεί άλλον. Όποιος όμως τον εφόρεσε κατόπιν ιδρώτων, αυτός υπερέβη εντελώς τις οκτώ κατηγορίες της κακίας.

Προσευχή Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς


Ευλόγησε τους εχθρούς μου, ω Κύριε! Ακόμη και εγώ τους ευλογώ και δεν τους καταριέμαι.
Οι εχθροί με έχουν οδηγήσει μέσα στην αγκάλη Σου περισσότερο, από ό,τι οι φίλοι μου. Οι φίλοι με έχουν προσδέσει στην γη, ενώ οι εχθροί με έχουν λύσει από την γη και έχουν συντρίψει όλες τις φιλοδοξίες μου στον κόσμο.
Οι εχθροί με αποξένωσαν από τις εγκόσμιες πραγματικότητες και με έκαναν έναν ξένο και άσχετο κάτοικο του κόσμου. Όπως ακριβώς ένα κυνηγημένο ζώο βρίσκει ασφαλέστερο καταφύγιο από ένα μη κυνηγημένο, έτσι και εγώ, καταδιωγμένος από τους εχθρούς, έχω εύρει το ασφαλέστερο καταφύγιο, προφυλασσόμενος υπό το σκήνωμά Σου, όπου ούτε φίλοι ούτε εχθροί μπορούν να απωλέσουν την ψυχή μου.
Ευλόγησε τους εχθρούς μου, ω Κύριε! Ακόμη και εγώ τους ευλογώ και δεν τους καταριέμαι.
Αυτοί μάλλον, παρά εγώ, έχουν ομολογήσει τις αμαρτίες μου ενώπιον του κόσμου.
Αυτοί με έχουν μαστιγώσει, κάθε φορά που εγώ είχα διστάσει να μαστιγωθώ.
Με έχουν βασανίσει, κάθε φορά που εγώ είχα προσπαθήσει να αποφύγω τα βάσανα.
Αυτοί με έχουν επιπλήξει, κάθε φορά που εγώ είχα κολακεύσει τον εαυτό μου.
Αυτοί με έχουν κτυπήσει, κάθε φορά που εγώ είχα παραφουσκώσει με αλαζονεία.
Ευλόγησε τους εχθρούς μου, ω Κύριε! Ακόμη και εγώ τους ευλογώ και δεν τους καταριέμαι.
Κάθε φορά που είχα κάνει τον εαυτό μου σοφό, αυτοί με αποκάλεσαν ανόητο.
Κάθε φορά που είχα κάνει τον εαυτό μου δυνατό, αυτοί με περιγέλασαν σαν να ήμουν νάνος.
Κάθε φορά που θέλησα να καθοδηγήσω άλλους, αυτοί με έσπρωξαν στο περιθώριο.
Κάθε φορά που έσπευδα να πλουτίσω, αυτοί με εμπόδισαν με σιδηρά χείρα.
Κάθε φορά που είχα σκεφθεί ότι θα κοιμόμουν ειρηνικά, αυτοί με ξύπνησαν από τον ύπνο.
Κάθε φορά που προσπάθησα να κτίσω σπίτι για μία μακρά και ήρεμη ζωή, αυτοί το κατεδάφισαν και με έβγαλαν έξω.
Στ' αλήθεια, οι εχθροί με έχουν αποσυνδέσει από τον κόσμο και άπλωσαν τα χέρια μου στο κράσπεδο του ιματίου Σου.
Ευλόγησε τους εχθρούς μου, ω Κύριε! Ακόμη και εγώ τους ευλογώ και δεν τους καταριέμαι.
Ευλόγησέ τους και πλήθυνέ τους! Πλήθυνέ τους και κάνε τους ακόμη πιο σκληρούς εναντίον μου!
Ώστε η καταφυγή μου σε Σένα να μην έχει επιστροφή.
ώστε κάθε ελπίδα μου στους ανθρώπους να διαλυθεί ως ιστός αράχνης.
ώστε απόλυτη γαλήνη να αρχίσει να βασιλεύει στην ψυχή μου.
ώστε η καρδιά μου να γίνει ο τάφος των δύο κακών διδύμων μου αδελφών: της αλαζονείας και του θυμού.
ώστε να μπορέσω να αποθηκεύσω όλους τους θησαυρούς μου εν ουρανοίς.
α! ώστε να μπορέσω για πάντα να ελευθερωθώ από την αυταπάτη, η οποία με περιέπλεξε στο θανατηφόρο δίχτυ της απατηλής ζωής.
Οι εχθροί με δίδαξαν να μάθω -αυτό που δύσκολα μαθαίνει κανείς- ότι ο άνθρωπος δεν έχει εχθρούς στον κόσμο, εκτός από τον εαυτό του!...
Μισεί κάποιος τους εχθρούς του μόνον όταν αποτυγχάνει να αναγνωρίσει ότι δεν είναι εχθροί, αλλά σκληροί και άσπλαχνοι φίλοι!...
Είναι πράγματι δύσκολο για μένα να πω ποιος μου έκανε περισσότερο καλό και ποιος μου έκανε περισσότερο κακό στον κόσμο: οι εχθροί ή οι φίλοι.
Γι' αυτό, ευλόγησε, ω Κύριε, και τους φίλους μου και τους εχθρούς μου...



Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"    

ΠΕΡΙ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗΣ Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου


Περί ἐλεημοσύνης καί ποιός εἶναι αὐτός πού τρέφει τόν Θεό ὅταν πεινᾶ καί τόν ποτίζει ὅταν διψᾶ κτλ. Καί πῶς μπορεῖ κανείς νά ἐπιτύχει κάτι τέτοιο. Ἐπίσης ἄν κάποιος δέν κάνει ἐφαρμογή ὅλων αὐτῶν καί στόν ἑαυτό του καί δέν θρέψει καί δέν ποτίσει τόν Χριστό (πού ζεῖ μέσα του), δέν θά ὠφεληθεῖ ἀπό τό ὅτι τά ἐφαρμόζει ὅλα αὐτά στούς φτωχούς, ἐνῶ παραμελεῖ καί ἀφήνει τόν ἑαυτό του πεινασμένο καί γυμνό ἀπό τή Χάρη τοῦ Θεοῦ.

Ἀδελφοί καί Πατέρες
Θά ἔπρεπε βέβαια νά μήν τολμῶ καθόλου νά ὁμιλῶ καί νά κρατῶ τή θέση τοῦ διδασκάλου καί καθοδηγητῆ ἐνώπιον τῆς ἀγάπης σας. Ἀλλά καί σεῖς γνωρίζετε ὅτι τό μουσικό ὄργανο, πού κατασκευάστηκε ἀπό τόν τεχνίτη, ἀποδίδει τόν ἦχο καί γεμίζει τά αὐτιά ὅλων μας μέ γλυκύτατη μελωδία, ὄχι ὅταν ἐκεῖνο θέλει, ἀλλά ὅταν γεμίσουν οἱ σωλῆνες του μέ ἀέρα καί τό κρούσουν ρυθμικά τά δάκτυλα τοῦ ὀργανοπαίκτη. Ἔτσι ἀκριβῶς πρέπει νά καταλάβετε ὅτι συμβαίνει καί μέ μένα. Γι‹ αὐτό νά μή σᾶς κάνει ἡ μηδαμινότητα καί ἡ εὐτέλεια τοῦ ὀργάνου νά κρατήσετε ἀρνητική στάση σέ ὅσα πρόκειται νά σᾶς πῶ. Ἀλλά νά ἔχετε στραμμένη τήν προσοχή σας πρός τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ἐμπνέει ἄνωθεν καί γεμίζει τίς ψυχές τῶν πιστῶν·καί πρός τόν ἴδιο τό δάκτυλο τοῦ Θεοῦ (Λουκ. 11, 20), πού κρούει τίς χορδές τοῦ νοῦ καί μᾶς προτρέπει νά σᾶς ἀπευθύνουμε τό λόγο. Καί σάν νά ἠχεῖ ἡ δεσποτική σάλπιγγα ἤ, γιά νά τό πῶ πιό σωστά, νά μᾶς ὁμιλεῖ μέσω κάποιου ὀργάνου ὁ Βασιλέας τῶν ὅλων, μέ σύνεση καί πολλή προσήλωση, ἀκούσατε ὅσα ἔχω νά σᾶς πῶ:
Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ὀφείλουμε νά ἐξετάζουμε καί νά προτρέπουμε τούς ἑαυτούς μας -καί οἱ πιστοί καί οἱ ἄπιστοι καί οἱ μικροί καί οἱ μεγάλοι- ἔτσι ὥστε οἱ μέν ἄπιστοι νά φθάσουμε στήν ἐπίγνωση καί νά πιστέψουμε στόν Θεό πού μᾶς δημιούργησε, καί οἱ πιστοί μέ τήν ἐνάρετη βιοτή καί τά ἔργα μας νά Τόν εὐαρεστήσουμε. Οἱ μικροί νά ὑποταχθοῦμε στούς μεγάλους χάριν τοῦ Κυρίου καί οἱ μεγάλοι νά συμπεριφερθοῦμε στούς μικρούς καί ἀσήμαντους σάν σέ γνήσια τέκνα μας, ὅπως τό ζητάει καί ἡ ἐντολή τοῦ Κυρίου πού λέει: «Καθετί πού κάνατε σέ ὁποιονδήποτε ἀπ‹ αὐτούς τούς φτωχούς καί ἀσήμαντους ἀδελφούς μου, σέ μένα τό κάνατε» (Ματθ. 25, 40).
Αὐτό τό λόγο δέν τόν εἶπε ὁ Κύριος μόνο γιά τούς φτωχούς, ὅπως νομίζουν μερικοί, καί γιά ὅσους στεροῦνται τά ὑλικά ἀγαθά, ἀλλά καί γιά ὅλους τούς ἄλλους ἀδελφούς μας πού χάνονται, ὄχι γιατί στεροῦνται τό ψωμί καί τό νερό, ἀλλά ἀπό τή μεγάλη καί βαριά πείνα πού δημιουργεῖ ἡ ἀνυπακοή καί ἡ περιφρόνηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου (πρβλ. Ἀμώς 8, 11). Διότι ὅσο εἶναι ἡ ψυχή ἀνώτερη ἀπό τό σῶμα, τόσο εἶναι καί ἡ πνευματική τροφή ἀνώτερη ἀπό τή σωματική. Καί νομίζω ὅτι γι‹ αὐτήν τήν τροφή λέει ὁ Κύριος «πείνασα καί μοῦ δώσατε νά φάγω, δίψασα καί μοῦ δώσατε νά πιῶ νερό» (Λουκ. 12, 23), παρά γιά τή φθαρτή ὑλική τροφή.
Πράγματι, πεινᾶ ὁ Χριστός καί διψᾶ τή σωτηρία τοῦ καθενός μας. Καί ἡ σωτηρία μας εἶναι ἡ ἀποχή ἀπό κάθε ἁμαρτία. Εἶναι ὅμως ἀδύνατον νά ἐπιτύχουμε τήν ἀποχή ἀπό κάθε ἁμαρτία χωρίς τήν ἄσκηση τῶν ἀρετῶν καί τήν ἐφαρμογή καί ἐκπλήρωση ὅλων τῶν ἐντολῶν. Δηλαδή μέ τήν ἐφαρμογή καί ἐκπλήρωση τῶν ἐντολῶν τρέφεται ἀπό μᾶς ὁ Δεσπότης μας Θεός καί Κύριος τοῦ παντός! Διότι οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς λένε ὅτι ὅπως ἀκριβῶς οἱ δαίμονες τρέφονται ἀπό τίς πονηρές μας πράξεις καί παίρνουν δύναμη ἐναντίον μας -ὅταν ὅμως ἐμεῖς ἀπέχουμε ἀπό τήν ἁμαρτία ὑποφέρουν ἀπό ἀσιτία καί χάνουν τή δύναμή τους- ἔτσι σκέπτομαι ὅτι τρέφεται ἀπό μᾶς, ἤ καί τό ἀντίθετο, παραμελεῖται καί πεινᾶ καί Ἐκεῖνος πού «ἐπτώχευσε» (Β' Κορ. 8, 9) γιά τή σωτηρία μας.
Αὐτό μποροῦμε νά τό μάθουμε καί νά τό ψηλαφήσουμε καί στή ζωή τῶν Ἁγίων μας. Ἀλλά ἐπειδή ὁ ἀριθμός τους εἶναι μεγάλος καί ὑπερβαίνει τούς κόκκους τῆς ἄμμου, θά προσπεράσω ὅλους τούς ἄλλους καί θά σταθῶ στό βίο ἑνός Ἁγίου ἤ μιᾶς Ἁγίας γιά νά πληροφορήσω τήν ἀγάπη σας γιά τό θέμα αὐτό.
Ξέρω ὅτι ἀκοῦτε τό βίο τῆς ἁγίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας πού δέν τόν διηγεῖται κανένας ἄλλος, ἀλλά ἐκείνη ἡ ἴδια ἡ ἰσάγγελος, ἡ ὁποία μᾶς κάνει γνωστή, σάν νά ἐξομολογεῖται, τή φτώχεια της μέ τά ἑξῆς λόγια: «Πολλές φορές δέν ἔπαιρνα μισθό ἀπό τούς ἐραστές μου, παρά μόνο τό μισθό τῆς ἁμαρτίας. Καί αὐτό δέν τό ἔκανα γιατί ἤμουν πλούσια, ἀφοῦ ἔγνεθα λινάρι γιά νά ζήσω, ἀλλά γιά νά μπορῶ νά ἔχω πιό πολλούς ἐραστές καί νά ἱκανοποιῶ σέ μεγαλύτερο βαθμό τό πάθος μου» (P.G. 87, 3709D, 3712A καί B).
Ὅταν δέ πήγαινε στά Ἱεροσόλυμα καί πῆγε νά ἐπιβιβασθεῖ στό πλοῖο ἦταν τόσο φτωχή πού δέν εἶχε οὔτε τά ναῦλα, οὔτε τά ἔξοδα γιά τό ταξίδι. Μετά ὅμως τήν ἀφιέρωσή της στήν Πανάμωμο Θεοτόκο, ἀναχώρησε γιά τήν ἔρημο. Καί μέ δυό νομίσματα πού τῆς ἔδωσε κάποιος ἀγόρασε ψωμί καί μέ αὐτά τά ἐφόδια πέρασε τόν Ἰορδάνη, ἔζησε μέ καρτερία στήν ἔρημο μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς της, χωρίς νά δεῖ πρόσωπο ἀνθρώπου, παρά μόνο τόν ἅγιο Ζωσιμᾶ, καί χωρίς βέβαια νά θρέψει κάποιο πεινασμένο φτωχό ἤ χωρίς νά ξεδιψάσει κάποιο διψασμένο ἤ νά ντύσει κάποιο γυμνό ἤ νά ἐπισκεφθεῖ τούς φυλακισμένους ἤ νά φιλοξενήσει ξένους (Ματθ. 25, 35-38). Τό ἀντίθετο μάλιστα, καί παρέσυρε πολλούς στό βάραθρο τῆς ἀπώλειας μέ τό νά τούς δέχεται στό καταγώγιο τῆς ἁμαρτίας.
Πές μου λοιπόν πῶς θά σωθεῖ καί πῶς θά εἰσέλθει στή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν μαζί μέ τούς ἐλεήμονες αὐτή πού οὔτε πλούτη ἐγκατέλειψε, οὔτε περιουσία μοίρασε στούς φτωχούς (Ματθ. 19, 21), οὔτε ἔκανε ποτέ ἔστω κάποια ἐλεημοσύνη, ἀλλά μᾶλλον σέ μύριους ἀνθρώπους ἔγινε αἰτία καταστροφῆς;
Ἀντιλαμβάνεσαι πώς ἄν ποῦμε ὅτι ἡ ἐλεημοσύνη γίνεται μόνο μέ χρήματα καί ὑλικά ἀγαθά καί πώς ὁ Χριστός τρέφεται ἀπό μᾶς μέ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τήν ἐλεημοσύνη καί πώς σώζονται μόνο ἐκεῖνοι πού Τόν τρέφουν, Τόν ποτίζουν καί γενικά Τόν ὑπηρετοῦν μέ αὐτό τόν τρόπο, ἐνῶ αὐτοί πού δέν τό κάνουν χάνονται, εἶναι πολύ παράδοξο. Διότι τότε θά διωχθοῦν ἀπό τή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν πολλοί Ἅγιοι! Ἀλλά δέν εἶναι δυνατόν νά γίνει αὐτό. Ὄχι, δέν εἶναι.
Τά πράγματα καί καθετί πού ὑπάρχει στόν κόσμο εἶναι κοινά σέ ὅλους, ὅπως εἶναι δηλαδή τό φῶς καί ὁ ἀέρας πού ἀναπνέουμε, τό χορτάρι καί ἡ βοσκή πού ὑπάρχει στίς πεδιάδες καί στά βουνά γιά τά ἄλογα ζῶα. Τά πάντα εἶναι κοινά γιά ὅλους, μποροῦν ὅλοι νά τά χρησιμοποιοῦν καί νά τά ἀπολαμβάνουν, ἀλλά δέν μποροῦν νά τά ἐξουσιάζουν. Ἡ πλεονεξία ὅμως μέ τούς δούλους καί τούς ὑπηρέτες της, σάν ἕνας τύραννος, μπῆκε στή ζωή μας καί μοίρασε ἐδῶ καί ἐκεῖ αὐτά πού δόθηκαν ἀπό κοινοῦ σέ ὅλους ἀπό τόν Δεσπότη Χριστό. Τά περιόρισε καί τά ἀσφάλισε μέ φράκτες καί πύργους, μέ κλειδαριές καί πόρτες καί ἔτσι στέρησε ἀπό τούς ἄλλους ἀνθρώπους τήν ἀπόλαυση τῶν ἀγαθῶν πού μᾶς χάρισε ὁ Κύριος, λέγοντας μάλιστα ἡ ἀδιάντροπη πώς ὅλα αὐτά ἀνήκουν στήν ἐξουσία της καί ὑποστηρίζοντας μέ πάθος πώς δέν ἀδικεῖ ἀπολύτως κανέναν!
Οἱ ἀκόλουθοι ὅμως καί οἱ δοῦλοι τῆς τυράννου αὐτῆς πού λέγεται πλεονεξία, ὁ ἕνας κατόπιν τοῦ ἄλλου, δέν ἔγιναν μόνο κυρίαρχοι τῶν κοινῶν ὑπαρχόντων, ἀλλά καί πονηροί δοῦλοι καί κακοί φύλακες. Πῶς λοιπόν αὐτοί, ἔστω καί ἄν ἀπό φόβο γιά τήν ἀπειλή τῶν κολάσεων ἤ ἀπό τήν ἐλπίδα πώς θά λάβουν ἑκατονταπλάσια ἤ ἐπειδή, τέλος πάντων, κάμφθηκαν ἀπό τή δυστυχία τῶν συνανθρώπων τους, ἄν δώσουν λίγα ἀπ‹ αὐτά τά ἀγαθά, ἤ καί ὅλα, σέ ἐκείνους πού μέχρι τότε ἦταν παραμελημένοι μέσα στή φτώχεια καί στή στέρηση, θά θεωρηθοῦν ἐλεήμονες, διότι ἔθρεψαν τόν Χριστό ἤ ἔκαναν μιά πράξη γιά τήν ὁποία πρέπει νά ἀμειφθοῦν;
Ὄχι, δέν εἶναι δυνατόν, ἀλλά, ὅπως εἶπα, ἔχουν χρέος καί νά μετανοοῦν μέχρι τό τέλος τῆ ζωῆς τους γιά ὅλα ὅσα ἐπί χρόνια εἶχαν στήν κατοχή τους καί στέρησαν τούς ἀδελφούς τους ἀπό τήν ἀπόλαυσή τους.
Πῶς ὅμως ἐμεῖς πού ἔχουμε διαλέξει τή ζωή τῆς πτωχείας -ὅπως ὁ Χριστός «ἐπτώχευσε» γιά χάρη μας ἐνῶ ἦταν πλούσιος- μέ τό νά ἐλεοῦμε τούς ἑαυτούς μας θεωροῦμε ὅτι ἐλεοῦμε Αὐτόν πού ἔγινε ὅμοιος μέ μᾶς; Σκέψου καλά αὐτό πού σοῦ λέω: Ἔγινε γιά σένα ὁ Θεός ἄνθρωπος φτωχός! Ὀφείλεις λοιπόν καί σύ πού πιστεύεις σ‹ Αὐτόν νά γίνεις ὅμοιος μέ Ἑκεῖνον, φτωχός. Ἐκεῖνος «ἐπτώχευσε», ἔγινε φτωχός κατά τήν ἀνθρωπότητα καί σύ εἶσαι φτωχός κατά τή θεότητα. Σκέψου λοιπόν πῶς θά Τόν θρέψεις, ἐξέτασε μέ ἀκρίβεια. «Ἐπτώχευσε Ἐκεῖνος γιά νά πλουτίσεις ἐσύ» (Β' Κορ. 8, 9), «γιά νά σοῦ μεταδώσει τόν πλοῦτο τῆς Χάριτός Του» Ἐφεσ.1, 7. 2, 7.). Γι‹ αὐτό τό λόγο προσέλαβε σάρκα. Ἀκριβῶς γιά νά μπορεῖς ἐσύ νά γίνεις μέτοχος στή θεότητά Του. Ὅταν λοιπόν ἑτοιμάσεις τόν ἑαυτό σου γιά τήν ὑποδοχή Ἐκείνου, τότε μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι Τόν ὑποδέχεσαι. Ὅταν δηλαδή πεινᾶς καί διψᾶς γιά Ἐκεῖνον, αὐτό λογίζεται τροφή καί ποτό γι‹ Αὐτόν.
Πῶς; Ἐπειδή μέ τήν πτωχεία καί τά παρόμοια ἔργα καί τίς πράξεις σου καθαρίζεις τήν ψυχή σου καί ἀπαλλάσσεις τόν ἑαυτό σου ἀπό τή φθορά καί τό μολυσμό τῶν παθῶν. Καί ὁ Χριστός πού σέ προσέλαβε στόν ἑαυτό Του καί ἔτσι ἔκανε δικά Του ὅλα τά δικά σου καί ἐπιθυμεῖ διακαῶς νά σέ κάνει θεό "κατά χάριν", ὅπως Ἐκεῖνος ἔγινε ἄνθρωπος. Ἐκεῖνος, αὐτά πού κάνεις ἐσύ στόν ἑαυτό σου τά θεωρεῖ παθήματα δικά Του καί λέει: «Ὅ,τι ἔκανες στήν ταπεινή ψυχή σου, σέ μένα τό ἔκανες» (πρβλ. Ματθ. 25, 40).
Διότι, πράγματι, μέ ποιά ἄλλα ἔργα εὐαρέστησαν τόν Θεό ἐκεῖνοι πού ἔζησαν στά σπήλαια καί στά ὄρη; Ὁπωσδήποτε μέ τίποτε ἄλλο παρά μέ τή μετάνοια, τήν ἀγάπη καί τήν πίστη, ἀφοῦ ἐγκατέλειψαν ὅλο τόν κόσμο καί ἀκολούθησαν Αὐτόν μόνο. Μέ τή μετάνοια καί τά δάκρυα Τόν ὑποδέχτηκαν καί Τόν φιλοξένησαν, ἀλλά καί Τόν ἔθρεψαν καί τόν ξεδίψασαν. Ἄλλωστε ἔτσι δέν ζοῦν ὅλοι ὅσοι γίνονται μέ τό Ἅγιο Βάπτισμα υἱοί τοῦ Θεοῦ, πού γιά τόν κόσμο ὅμως εἶναι ἀσήμαντοι καί φτωχοί;
Ἐκεῖνοι πού ἔνιωσαν μέσα στήν ψυχή τους καί συνειδητοποίησαν ὅτι ἔγιναν υἱοί Θεοῦ, δέν ἀνέχονται νά καλλωπίζονται μέ φθαρτά στολίδια, διότι ἔχουν ἐνδυθεῖ τόν Χριστό (Γαλ. 3, 27). Ἀλήθεια, ποιός ἄνθρωπος στολισμένος μέ βασιλική πορφύρα θά καταδεχθεῖ ποτέ νά βάλει πάνω ἀπ‹ αὐτή ἕνα λερωμένο καί σχισμένο χιτώνα; Ὅσοι λοιπόν δέν ἔχουν κάνει αὐτή τή συνειδητοποίηση καί εἶναι γυμνοί ἀπό τό βασιλικό ἔνδυμα, ἀγωνίζονται ὅμως μέ τή μετάνοια καί μέ τίς ἄλλες, ὅπως εἴπαμε, ἀγαθοεργίες τους νά ἐνδυθοῦν τόν Χριστό, αὐτοί εἶναι ἐκεῖνοι πού "ἐνδύουν τόν Χριστό". Διότι εἶναι καί αὐτοί Χριστοί, ἐφόσον ἔγιναν υἱοί Θεοῦ μέ τό Ἅγιο Βάπτισμα. Ἄν τώρα δέν τό κάνουν αὐτό, ἀλλά ντύνουν ὅλους τούς γυμνούς τοῦ κόσμου, ἐγκαταλείπουν ὅμως τούς ἑαυτούς τους γυμνούς, ποιό εἶναι τό ὄφελός τους;
Ἔπειτα ἕνα ἄλλο: Ὀνομαζόμαστε ἀδελφοί τοῦ Χριστοῦ ὅσοι βαπτιστήκαμε «εἰς τό Ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28, 19). Καί ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά ἐπιπλέον εἴμαστε καί μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Σάν ἀδελφός λοιπόν καί μέλος τοῦ Χριστοῦ, ἄν τιμήσεις, φιλοξενήσεις, ὑπηρετήσεις ὅλους τούς ἄλλους, παραβλέψεις ὅμως τόν ἑαυτό σου καί δέν ἀγωνισθεῖς μέ ὅλη σου τή δύναμη νά φτάσεις στήν τελειότητα τῆς κατά Θεό πολιτείας καί τιμῆς, ἄν δηλαδή λόγω τῆς γαστριμαργίας καί τῆς φιληδονίας ἐγκαταλείψεις στό λιμό τῆς ὀκνηρίας ἤ στή δίψα τῆς ραθυμίας ἤ στήν ἀσφυκτική φυλακή τοῦ ρυπαροῦ σώματος τήν ψυχή σου ἀκάθαρτη, ἄθλια, πεσμένη σέ βαθύτατο σκοτάδι, σάν νεκρή, τότε δέν καταφρόνησες τόν ἀδελφό τοῦ Χριστοῦ; Δέν τόν ἐγκατέλειψες στήν πείνα καί στή δίψα Του; Τόν ἐπισκέφθηκες ὅταν ἦταν στή φυλακή; (Ματθ. 25, 42-43). Γι‹ αὐτό τό λόγο λοιπόν θά ἀκούσεις: «Ἐπειδή δέν ἐλέησες τόν ἑαυτό σου, δέν θά ἐλεηθεῖς καί σύ».
Ἄν τώρα κάποιος φέρει τό ἑξῆς ἐπιχείρημα: Ἀφοῦ εἶναι ἔτσι τά πράγματα καί δέν θά λάβουμε μισθό γιά ὅσα πράγματα δίνουμε, τότε ποιός ὁ λόγος νά ἐλεοῦμε τούς φτωχούς; Ἄς ἀκούσει Αὐτόν πού πρόκειται νά τόν κρίνει καί νά ἀποδώσει στόν καθένα ἀνάλογα μέ τά ἔργα του (Ρωμ. 14, 10), νά τοῦ λέει κατά κάποιο τρόπο τά ἑξῆς: Ἀνόητε καί ἀπερίσκεπτε, τί ἔφερες ἐσύ στόν κόσμο ἤ τί δημιούργησες ἀπό ὅσα βλέπεις σέ τούτη τή κτίση; Δέν βγῆκες ἀπό τήν κοιλιά τῆς Μάννας σου γυμνός καί δέν θά φύγεις ἀπό τή ζωή καί πάλι γυμνός καί δέν θά παρουσιαστεῖς μπροστά στό κριτήριό μου ἀπογυμνωμένος ἀπό τίς ἀρετές; (Ρωμ. 14, 10). Γιά ποιά πράγματα ἀπαιτεῖς μισθούς καί ἀμοιβές; Καί μέ ποιά δικά σου ἀγαθά, λές ὅτι ἐλεεῖς τούς ἀδελφούς σου καί μέσω τῶν ἀδελφῶν σου, Ἐμένα, ὁ Ὁποῖος τά παρέθεσα ὅλα αὐτά κοινά, ὄχι μόνο σέ σένα, ἀλλά σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους; Ἤ μήπως νομίζεις ὅτι ἔχω ἀνάγκη ἀπό κάτι καί φαντάζεσαι ὅτι θά μέ δωροδοκήσεις κι Ἐμένα ὅπως δωροδοκεῖς τούς φιλάργυρους δικαστές τῶν ἀνθρώπων; Διότι εἶναι δυνατόν νά περάσει κάτι τέτοιο ἀπό τό ἀνόητο μυαλό σου.
Καθόλου λοιπόν δέν τά νομοθετῶ αὐτά, ἐπειδή ἐπιθυμῶ κάποια ἀγαθά, ἀλλά γιά νά σᾶς ἐλεήσω. Οὔτε τό κάνω ἐπειδή ἔχω τήν ἐπιθυμία νά οἰκειοποιηθῶ τά δικά σας (Β' Κορ. 12, 14), ἀλλά ἐπειδή θέλω νά σᾶς ἀπαλλάξω ἀπό τίς διαβρωτικές παρενέργειες ὅλων αὐτῶν. Γι‹ αὐτό καί γιά κανέναν ἄλλο λόγο.
Ἀλλά μή νομίζεις, ἀδελφέ, ὅτι ὁ Θεός στερεῖται καί δέν μπορεῖ νά θρέψει τούς φτωχούς καί γι‹ αὐτό μᾶς προτρέπει νά ἐλεοῦμε τούς ἀδελφούς μας καί νά θεωροῦμε σημαντική αὐτή τήν ἐντολή. Μή γένοιτο! Ἀλλά αὐτό πού ἐπινόησε ὁ διάβολος μέ τήν πλεονεξία γιά νά μᾶς καταστρέψει, αὐτό ὁ Χριστός τό οἰκονόμησε καί τό ἔστρεψε μέ τήν ἐλεημοσύνη, ὥστε νά γίνεται αἰτία τῆς σωτηρίας μας.
Τί θέλω νά πῶ; Μᾶς ὑπέβαλε τήν ἐπιθυμία ὁ διάβολος νά οἰκειοποιηθοῦμε καί νά ἀποθησαυρίσουμε ὅλα ἐκεῖνα πού δημιούργησε ὁ Θεός γιά κοινή χρήση. Καί αὐτό τό ἔκανε γιά νά μᾶς προσάψει μέ τήν πλεονεξία δύο κατηγορίες καί νά μᾶς καταστήσει ὑπόδικους γιά τήν αἰώνια κόλαση καί καταδίκη. Ἡ μία εἶναι ὅτι εἴμαστε ἀνελεήμονες καί ἡ ἄλλη ὅτι ἔχουμε τήν ἐλπίδα μας στά ἀποθησαυρισμένα ἀγαθά καί ὄχι στό Θεό. Διότι αὐτός πού ἔχει ἀποθησαυρισμένα πολλά χρήματα, δέν μπορεῖ νά ἔχει τήν ἐλπίδα του στόν Θεό. Καί αὐτό εἶναι φανερό ἀπό ὅσα μᾶς εἶπε ὁ Χριστός καί Θεός: «Ὅπου», λέει «εἶναι ὁ θησαυρός σας, ἐκεῖ θά εἶναι προσκολλημένη καί ἡ καρδιά σας» (Λουκ. 12, 34).
Ἐκεῖνος λοιπόν πού διαμοιράζει ἀπό τά ἀποθησαυρισμένα ἀγαθά του σέ ὅλους, δέν τοῦ ὀφείλει κανένας μισθό γι‹ αὐτά. Ἀντίθετα μάλιστα, εἶναι καί ἔνοχος γιατί μέχρι ἐκείνη τήν ὥρα τά στέρησε ἄδικα ἀπό τούς ἄλλους. Ἐπιπλέον εἶναι καί ὑπεύθυνος γιά ὅλους αὐτούς πού κατά καιρούς ἔχασαν τή ζωή τους ἀπό τήν πείνα καί τή δίψα. Αὐτούς, ἐνῶ μποροῦσε νά τούς θρέψει, δέν τούς ἔθρεψε, ἀλλά καταχώνιασε τό μερίδιό τους καί τούς ἄφησε νά πεθάνουν βάναυσα ἀπό τό κρύο καί τήν πείνα. Καί ἔτσι ἀποδείχτηκε φονιάς τόσων ἀνθρώπων, ὅσων μποροῦσε νά θρέψει γιά νά ζήσουν καί νά μήν πεθάνουν.
Ὁ ἀγαθός λοιπόν καί εὔσπλαγχνος Δεσπότης μᾶς ἀπάλλαξε ἀπό τήν εὐθύνη καί τήν καταδίκη γιά ὅλες αὐτές τίς κατηγορίες, δέν θεωρεῖ ὅτι κατέχουμε ξένα ἀγαθά, ἀλλά δικά μας, καί ὑπόσχεται σέ ὅσους ἀπό μᾶς διαμοιράζουμε στούς ἀδελφούς μας, μέ χαρά καί ἱλαρότητα τά ἀγαθά αὐτά (Μάρκ. 10, 30), νά χαρίσει ὄχι μόνο δεκαπλάσια, ἀλλά ἑκατονταπλάσια.
Καί ὅταν λέει «μέ ἱλαρότητα» (Ρωμ. 12, 8) ἐννοεῖ νά μή θεωρεῖ κανείς δικά του αὐτά τά ἀγαθά, ἀλλά ὅτι τοῦ τά ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεός γιά τήν ἐξυπηρέτηση τῶν ἀδελφῶν του, πού εἶναι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ, ὅπως καί αὐτός, καί νά τά σκορπίζει καί νά τά διαδίδει μέ ἀφθονία, μέ χαρά καί μεγαλοψυχία καί ὄχι μέ λύπη καί ἐξαναγκασμό (Β' Κορ.9, 7). Δηλαδή ἱλαρότητα εἶναι τό νά παραδώσουμε τά ἀποθησαυρισμένα ἀγαθά μας μέ τήν ἐλπίδα τῆς ἀληθινῆς ὑποσχέσεως πού μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός, ὅτι θά μᾶς δώσει μισθό γι‹ αὐτό ἑκατονταπλάσιο.
Καί τό ἔκανε αὐτό ὁ Θεός ἐπειδή γνώριζε ὅτι ὅλοι κυριευόμαστε καί αἰχμαλωτιζόμαστε ἐντελῶς ἀπό τήν ἐπιθυμία τῆς περιουσίας καί τή μανία τοῦ πλούτου καί δύσκολα μᾶς ξεκολλάει κανείς ἀπ‹ αὐτά καί ὅτι αὐτοί τελικά πού τά ἀποστεροῦνται χάνουν καί τό ἐνδιαφέρον καί τήν ἐπιθυμία γιά τήν ἴδια τους τή ζωή (Ἰωνᾶ 4, 8). Γι‹ αὐτό μεταχειρίστηκε τό κατάλληλο φάρμακο. Μᾶς ὑποσχέθηκε δηλαδή ὅτι θά μᾶς δώσει ἑκατονταπλάσια ἀμοιβή. Καί αὐτό τό ἔκανε γιά νά μᾶς ἀπαλλάξει πρῶτα ἀπό τήν καταδίκη τῆς πλεονεξίας γι‹ αὐτά, ἔπειτα νά παύσουμε νά ἔχουμε σέ αὐτά τήν πεποίθηση καί τήν ἐλπίδα μας, ὥστε νά ἐλευθερωθοῦν οἱ καρδιές μας ἀπό τά δεσμά αὐτά. Καί ἔτσι ἐλεύθεροι πιά νά κάνουμε πράξη τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί νά Τόν ὑπηρετήσουμε μέ φόβο καί τρόμο (Ψαλμ. 2, 11), ὄχι μέ τό βίωμα ὅτι κάνουμε κάτι γιά χάρη Του, ἀλλά ὅτι ἐμεῖς εὐεργετούμαστε μέ τήν ὑποταγή στίς ἐντολές Του. Διαφορετικά δέν μποροῦμε νά σωθοῦμε.
Παράδειγμα. Τούς πλούσιους τούς προέτρεψε νά ἐγκαταλείψουν τά πλούτη τους, ἐπειδή εἶναι φορτίο καί ἐμπόδιο γιά τήν κατά Θεό ζωή, καί ἔπειτα νά σηκώσουν τό σταυρό στούς ὤμους τους καί νά ἀκολουθήσουν τά ἴχνη τοῦ Δεσπότου (Ματθ. 10, 38). Διότι εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον νά κάνουν καί τά δύο αὐτά πράγματα μαζί.
Αὐτοί βέβαια πού δέν εἶναι πλούσιοι καί ζοῦν μέ ὀλιγάρκεια ἤ περνοῦν τή ζωή τους μέσα στήν ἐγκράτεια καί στή στέρηση, δέν ἔχουν τίποτε νά τούς ἐμποδίσει, ἄν θέλουν νά βαδίσουν τή στενή καί τεθλιμμένη ὁδό (Ματθ. 7, 14). Οἱ πρῶτοι, οἱ πλούσιοι, ἔχουν ἀνάγκη ἀπό καλή προαίρεση γιά νά τό ἐπιτύχουν, ἐνῶ οἱ δεύτεροι, ὅσοι ζοῦν μέ ἐγκράτεια, περπατοῦν ἤδη σέ αὐτή τήν ὁδό. Γιά τό λόγο αὐτό ὀφείλουν νά περνοῦν τή ζωή τους μέ ὑπομονή καί δοξολογία. Καί ὁ Θεός πού εἶναι δίκαιος, σέ αὐτούς πού πορεύονται μέ αὐτό τόν τρόπο πρός τήν αἰώνια ζωή καί ἀπόλαυση, θά τούς ἑτοιμάσει ἐκεῖ τόν τόπο τῆς ἀναπαύσεώς τους.
Τό νά δώσει ὅμως κανείς ὅλη τήν περιουσία καί τά ἀγαθά του, καί νά μήν ἀγωνίζεται μέ ἀνδρεία στούς πειρασμούς καί στίς θλίψεις, αὐτό εἶναι, νομίζω, χαρακτηριστικό ἀμελοῦς ψυχῆς πού δέν γνωρίζει ποῦ στοχεύει ὁ ἀγώνας αὐτός. Διότι ὅπως ἀκριβῶς ὁ χρυσός, ὅταν σκουριάσει σέ βάθος, δέν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος νά καθαριστεῖ καλά καί νά ἐπανέλθει στή λαμπρότητά του, παρά μόνο ἄν ξαναλιώσει στή φωτιά καί σφυροκοπηθεῖ πολλές φορές, ἔτσι καί ἡ ψυχή πού διαβρώθηκε ἀπό τόν ἰό τῆς ἁμαρτίας καί ἐξαχρειώθηκε μέχρι τά μύχια της, δέν μπορεῖ μέ ἄλλο τρόπο νά καθαριστεῖ καί νά ἐπανέλθει στό ἀρχαῖο κάλλος της, παρά μόνο ἄν πέσει σέ πολλούς πειρασμούς καί μπεῖ μέσα στό χωνευτήρι τῶν θλίψεων (Σοφ. Σολ. 3, 6). Ἄλλωστε αὐτό δηλώνει καί ὁ λόγος τοῦ Κυρίου πού λέει: «Πούλησε τά ὑπάρχοντά σου, δός τα στούς φτωχούς» (Ματθ. 19, 21) «σήκωσε τό σταυρό σου καί ἔλα νά μέ ἀκολουθήσεις» (Ματθ. 19, 21. 16, 24), ἐννοώντας μέ τό σταυρό, τούς πειρασμούς καί τίς θλίψεις.
Τίποτε λοιπόν δέν θά κερδίσουν μόνο ἀπό τήν περιφρόνηση καί ἀπόταξη τῶν χρημάτων καί τῆς περιουσίας τους ὅσοι τά ἐγκαταλείπουν αὐτά καί στρέφονται πρός τή μοναστική ζωή, ἄν δέν ὑπομείνουν μέχρι τέλους τούς πειρασμούς καί τίς θλίψεις καί τούς "κατά Θεόν" κόπους καί στερήσεις (Β' Κορ. 7, 10). Διότι ὁ Χριστός δέν εἶπε «μέ τήν ἐγκατάλειψη τῆς περιουσίας σας θά κερδίσετε τήν ψυχή σας, ἀλλά μέ τήν ὑπομονή σας» (Λουκ. 21, 19).
Βέβαια εἶναι φανερό ὅτι εἶναι καλή καί ὠφέλιμη ἡ διανομή τῶν χρημάτων καί τῶν ὑπαρχόντων καί ἡ φυγή ἀπό τόν κόσμο, ἀλλά δέν μπορεῖ αὐτή καθεαυτή ἀπό μόνη της ἡ φυγή καί ἡ ἀπόταξη νά συστήσει τόν "κατά Θεόν" τέλειο ἄνθρωπο, χωρίς τήν ὑπομονή στούς πειρασμούς. Γιά νά βεβαιωθεῖς ὅτι ἔχουν ἔτσι τά πράγματα καί ὅτι αὐτό ἀρέσει στό Θεό, ἄκουσε τόν Ἴδιο πού λέει: «Ἄν θέλεις», λέει, «νά εἶσαι τέλειος,πούλησε τά ὑπάρχοντά σου μοίρασέ τα στούς φτωχούς, σήκωσε τό σταυρό σου καί ἔλα νά μέ ἀκολουθήσεις» (Ματθ. 19, 21. 16, 14), ὑπονοώντας, ὅπως εἴπαμε, μέ τό σταυρό, τούς πειρασμούς, τήν ὑπομονή καί τή θλίψη.
Ἐπειδή, πράγματι, ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν "κερδίζεται μέ βία καί οἱ βιαστές τήν ἁρπάζουν" (Ματθ. 11, 12), καί δέν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος γιά τούς πιστούς νά εἰσέλθουν σέ αὐτή, παρά μόνο διά τῆς στενῆς πύλης τῶν πειρασμῶν καί τῶν θλίψεων. Δικαίως ὁ θεῖος λόγος τοῦ Εὐαγγελίου μᾶς παραγγέλλει: «Ἀγωνίζεσθε», λέει, «νά εἰσέλθετε διά τῆς στενῆς πύλης» (Λουκ. 13, 24). Καί ἀκόμη: «Πρέπει νά περάσουμε πολλές θλίψεις γιά νά εἰσέλθουμε στή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Πράξ. 14, 22).
Ἐκεῖνος λοιπόν πού διαμοιράζει τά ὑπάρχοντά του στούς φτωχούς καί ἀναχωρεῖ ἀπό τόν κόσμο καί ἀπό τά πράγματα τοῦ κόσμου μέ τήν ἐλπίδα πώς θά λάβει μισθό, αὐτός αἰσθάνεται πολύ ἥσυχη τή συνείδησή του, ἀλλά καμμιά φορά ἀπό τήν κενοδοξία χάνει τό μισθό καί τήν ἀμοιβή. Αὐτός ὅμως πού, μετά τή διανομή τῶν ὑπαρχόντων του στούς φτωχούς, ὑπομένει τίς θλίψεις μέ εὐγνωμοσύνη καί εὐχαριστία καί ἀντέχει στίς συμφορές, αἰσθάνεται βέβαια ἔντονα ὀδυνηρούς πόνους στήν καρδιά του, ἀλλά διατηρεῖ τό λογισμό του καθαρό, καί στό μέλλον θά ἔχει μεγάλο μισθό, διότι μιμήθηκε τά πάθη τοῦ Χριστοῦ καί ὑπέμεινε μέ καρτερία τούς διάφορους πειρασμούς καί τίς θλίψεις.
Γι‹ αὐτό σᾶς παρακαλῶ, ἀδελφοί ἐν Χριστῷ, ἄς φροντίσουμε, σύμφωνα μέ τό λόγο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ἀπαρνηθήκαμε τόν κόσμο, νά εἰσέλθουμε διά τῆς στενῆς πύλης πού εἶναι ἡ ἐκκοπή τοῦ θελήματος καί ἡ ἀποφυγή τοῦ σαρκικοῦ φρονήματος. Διότι χωρίς νά νεκρώσουμε τή σάρκα καί τίς ἐπιθυμίες της δέν εἶναι δυνατόν νά φτάσουμε στήν ἄνεση καί στήν ἀπαλλαγή ἀπό τά κακά καί στήν ἐλευθερία πού γεννᾶται σέ μᾶς ἀπό τήν παράκληση καί τήν παρηγορία πού δίνει τό Ἅγιο Πνεῦμα. Καί χωρίς τήν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κανείς δέν θά δεῖ τόν Θεό οὔτε σ‹ αὐτό τόν αἰώνα, οὔτε στό μέλλοντα.
Ὅτι βέβαια ἔκανες πολύ καλό ἔργο, πού σκόρπισες ὅλα σου τά ὑπάρχοντα στούς φτωχούς, χωρίς νά ἀφήσεις τίποτε γιά τόν ἑαυτό σου ὅπως ὁ Ἀνανίας (Πράξ. 5, 1-5), καί ἐπιπλέον ἀπαρνήθηκες τόν κόσμο (Α' Ἰωάν. 2, 15) καί τά τοῦ κόσμου καί ἐγκατέλειψες τό βίο καί τίς μέριμνές του καί ἔσπευσες στό λιμάνι τῆς μοναχικῆς ζωῆς καί φόρεσες τό ἔνδυμα τοῦ μοναχοῦ, συμφωνῶ καί ἐγώ καί σέ ἐπαινῶ γιά τό ἔργο σου αὐτό. Πρέπει ὅμως νά ξεντυθεῖς καί τό φρόνημα τῆς σαρκός (Ρωμ. 8, 67), ὅπως ξεντύθηκες τά ἐνδύματα, καί νά ἀποκτήσεις τέτοιο ἦθος καί τέτοιο φρόνημα, ἀνάλογο μέ τή στολή πού ἐνδύθηκες. Καί ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά καί τό φωτεινό χιτώνα νά φορέσεις διά τῆς μετανοίας πού εἶναι Αὐτό τό Ἴδιο τό Ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτό δέν θά τό ἐπιτύχεις μέ ἄλλο τρόπο, παρά μόνο μέ τήν ἐπίμονη ἐργασία τῶν ἀρετῶν καί τήν ὑπομονή στίς θλίψεις. Διότι ὅταν θλίβεται ἡ ψυχή, μέ τήν πίεση τῶν πειρασμῶν, χύνει δάκρυα καί τά δάκρυα καθαρίζουν τήν καρδιά καί τήν καθιστοῦν ναό καί κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Δέν εἶναι λοιπόν ἀρκετό γιά τή σωτηρία μας μόνο ἡ περιβολή τοῦ σχήματος καί ὁ ἐξωτερικός στολισμός τοῦ σώματος. Ἀλλά ἔχουμε χρέος ὅπως ἀκριβῶς τόν ἐξωτερικό ἔτσι καί τόν ἐσωτερικό ἄνθρωπο νά τόν στολίσουμε μέ τόν στολισμό τοῦ Πνεύματος καί νά θυσιάσουμε ὁλοκληρωτικά τούς ἑαυτούς μας στόν Θεό, "ψυχῇ τε καί σώματι". Πρέπει μέ τή σωματική ἄσκηση νά ἀσκοῦμε τό σῶμα στούς κόπους τῆς ἀρετῆς, ἔτσι ὥστε νά συνηθίζει στά "κατά Θεόν" λυπηρά. Νά σηκώνει δηλαδή γενναῖα τή θλίψη τῆς νηστείας, τή βία τῆς ἐγκράτειας, τήν ἔνταση τῆς ἀγρυπνίας καί ὅλη τή σωματική κακοπάθεια. Μέ τήν «εὐσέβεια» δέ πού ἐμπνέει τό Ἅγιο Πνεῦμα, νά παιδαγωγοῦμε τήν ψυχή ὥστε νά φρονεῖ αὐτά πού πρέπει. Νά φρονεῖ καί νά μελετᾶ πάντοτε τήν αἰώνια ζωή. Νά εἶναι ταπεινή, πραεῖα, κατανυκτική. Νά πενθεῖ καθημερινά, νά μετέχει μέ τήν προσευχή στό φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ὅλα αὐτά συνήθως ἔρχονται στήν ψυχή μέ τή θερμή καί ὁλοκληρωτική μετάνοια. Ὅταν αὐτή καθαρίζεται μέ πολλά δάκρυα, χωρίς τά ὁποῖα δέν μπορεῖ ποτέ νά ἀποκτήσει λαμπρό χιτώνα οὔτε νά ἀναχθεῖ σέ ὕψος πνευματικῆς θεωρίας. Ὅπως δηλαδή ἕνα ροῦχο, πού ἔχει καταλερωθεῖ ἀπό λάσπη καί ἀκαθαρσία, δέν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος νά καθαριστεῖ, παρά μόνο ἄν τοῦ ρίξουμε πολύ νερό καί τό χτυπήσουμε δυνατά, ἔτσι καί ὁ χιτώνας τῆς ψυχῆς πού μολύνθηκε ἀπό τό βοῦρκο καί τήν ἀκαθαρσία τῶν ἁμαρτωλῶν παθῶν. Δέν μπορεῖ αὐτός νά καθαριστεῖ ἀπό τό ρύπο τῆς ἁμαρτίας, παρά μόνο μέ πολλά δάκρυα καί ὑπομονή στούς πειρασμούς καί στίς θλίψεις. Διότι δύο εἶναι σέ μᾶς οἱ ρεύσεις τοῦ σώματος. Ἡ μιά εἶναι ἄνωθεν, τά δάκρυα πού τρέχουν ἀπό τά μάτια, καί ἡ ἄλλη προέρχεται ἀπό τίς γεννητικές δυνάμεις. Ἡ ρεύση τῶν γεννητικῶν δυνάμεων μολύνει τήν ψυχή ὅταν ἐκρέει παρά φύση καί παρανόμως. Τά δάκρυα ὅμως καθαρίζουν τήν ψυχή ὅταν βέβαια προέρχονται ἀπό τή μετάνοια.
Πρέπει λοιπόν ὅσοι ἔχουν μολύνει τήν ψυχή τους μέ ἐφάμαρτες πράξεις ἤ ὅσοι ἀπό τήν ἐμπαθή κίνηση τῆς καρδιᾶς χάραξαν μέσα στό νοῦ τους ἁμαρτωλές ἐπιθυμίες, νά καθαριστοῦν μέ πολλά δάκρυα γιά νά καταστήσουν τό χιτώνα τῆς ψυχῆς τους καθάριο καί λαμπερό. Διότι εἶναι ἀδύνατον νά δοῦν τόν Θεό, τό Φῶς Αὐτό πού φωτίζει τήν καρδιά κάθε ἀνθρώπου, τό Ὁποῖο ἔρχεται στόν ἄνθρωπο μέ τή μετάνοια, ἀφοῦ τόν Θεό ἀξιώνονται νά τόν δοῦν μόνο αὐτοί πού ἔχουν καθαρή τήν καρδιά.
Ἄς φροντίσουμε λοιπόν, πατέρες μου, ἀδελφοί καί τέκνα, νά ἔχουμε καθαρή τήν καρδιά, μέ τό προσεκτικό ἦθος καί τή συνεχή ἐξομολόγηση τῶν κρυφῶν μας λογισμῶν. Διότι ἡ συνεχής καί καθημερινή ἐξομολόγηση, ἐπειδή προέρχεται ἀπό καρδιά συντετριμένη, ὁδηγεῖ στή μετάνοια γιά ὅσα ἔχουμε πράξει ἤ ἁπλῶς λογιστήκαμε. Ἡ μετάνοια μέ τή σειρά της κινεῖ τά δάκρυα ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς καί αὐτά καθαρίζουν τήν καρδιά καί ἐξαλείφουν μεγάλες ἁμαρτίες. Καί ὅταν ἐξαλειφθοῦν οἱ ἁμαρτίες μέ τά δάκρυα, τότε ἡ ψυχή αἰσθάνεται μεγάλη παρηγορία ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Τότε διαποτίζεται συνέχεια μέ δάκρυα γλυκύτατης κατάνυξης, ἀπό τά ὁποῖα τρέφεται νοητῶς κάθε ἡμέρα καί καλλιεργεῖ τούς καρπούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Γαλ. 5, 22). Καί στόν κατάλληλο καιρό, σάν πολύσπορο σιτάρι, παραδίδει τούς καρπούς αὐτούς γιά τροφή ἀτελεύτητη τῆς ψυχῆς, γιά ζωή αἰώνια καί ἄφθαρτη.
Ὅταν φθάσει λοιπόν σ‹ αὐτή τήν κατάσταση μέ σπουδή καί προσοχή ἡ ψυχή, εἶναι πιά οἰκεία στόν Θεό καί γίνεται κατοικητήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἀξιώνεται νά βλέπει καθαρά τόν Ποιητή της καί Θεό (μέ τίς ἄκτιστες ἐνέργειες τῆς θείας Χάριτος) καί νά συνομιλεῖ μαζί Του καθημερινά. Τότε ἐξέρχεται ἡ ψυχή ἀπό τό σῶμα, ἀπό τόν κόσμο καί ἀπό τήν ἀτμόσφαιρα καί ἀνέρχεται στούς οὐρανούς τῶν οὐρανῶν (Ψαλμ. 148, 4), καί, ἀνάλαφρη ἀπό τίς ἀρετές καί τίς πτέρυγες τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, καταπαύει "μετά πάντων τῶν Ἁγίων". Ἐλεύθερη ἀπό τούς κόπους εἰσέρχεται μέσα στό ἄπειρο καί Θεῖο Φῶς, ὅπου συγχορεύουν καί συνδοξολογοῦν τά τάγματα τῶν Ἀποστόλων τοῦ Χριστοῦ, τῶν Μαρτύρων, τῶν Ὁσίων καί ὅλων τῶν ἀγγελικῶν Δυνάμεων.
Σ‹ αὐτή τήν κατάσταση ἄς ἔλθουμε καί ἐμεῖς, ἀδελφοί ἐν Χριστῷ, γιά νά μήν ὑστερήσουμε ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες μας, ἀλλά μέ τόν ζῆλο γιά τό καλό καί τήν ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, νά φθάσουμε σέ μέτρα πνευματικῆς ὡριμότητας, «εἰς ἄνδρα τέλειον» (Ἐφεσ. 4, 13).
Δέν ὑπάρχει κανένα ἐμπόδιο, ἀρκεῖ μόνο νά θελήσουμε. Ἔτσι καί τόν Θεό θά δοξάσουμε μέσα στήν καρδιά μας καί ὁ Θεός θά εὐφρανθεῖ ἀπό μᾶς. Ἔτσι θά Τόν βροῦμε τήν ὥρα τῆς ἀναχώρησής μας ἀπό τήν παροῦσα ζωή, νά μᾶς ὑποδέχεται σάν μέγας κόλπος τοῦ Ἀβραάμ καί νά μᾶς περιθάλπει στή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Αὐτή τή Βασιλεία εἴθε νά ἐπιτύχουμε ὅλοι μας μέ τήν Χάρη τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν Ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα στούς αἰῶνες. Ἀμήν.
ΣΥΜΕΩΝ Ν. ΘΕΟΛΟΓΟΣ
(Κατήχηση 9η) 

Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΤΙΜΑΧΕΤΑΙ ΟΣΟΥΣ ΤΟΝ ΑΔΙΚΟΥΝ, ΑΛΛΑ ΝΑ ΥΠΟΜΕΝΕΙ ΜΕ ΜΑΚΡΟΘΥΜΙΑ ΤΗΝ ΑΔΙΚΙΑ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟΥΣ ΣΥΝΕΤΙΖΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΕΞΙΚΑΚΙΑ ΤΟΥ.


Από το βίο του αγίου Μαρκιανού

Ο ΜΕΓΑΣ Μαρκιανός, γύρω στα μεσάνυχτα, όταν νόμιζε ότι κανείς δεν θα τον έβλεπε, συνήθιζε να πηγαίνει σ' έναν γνωστό του τραπεζίτη, ν' αλλάζει χρυσά νομίσματα με πολ¬λά χάλκινα, για να έχει να μοιράζει στους φτωχούς, Και να γυρίζει αμέσως (στο σπίτι του).
Ό τραπεζίτης λοιπόν, παίρνοντας σαν πρόφαση για (μεγαλύ¬τερο) κέρδος το ότι ή συναλλαγή γινόταν τη νύχτα, σε ακατάλληλη ώρα, ζύγιζε το χρυσάφι με λειψά ζύγια. Και ο άγιος, χωρίς να διαμαρτυρηθεί ποτέ ούτε να κάνει κανέναν έλεγχο, έδειχνε ότι τ' άφηνε όλα στη συνείδηση του ζυγιστή.
Επειδή όμως αυτό έγινε πολλές φορές Και ο Μαρκιανός δεν έκανε καμιά παρατήρηση στον τραπεζίτη, ο τελευταίος ήταν όλο έκπληξη. Και (μια νύχτα), ενώ παρακολουθούσε την ώρα και είδε να φτάνουν τα μεσάνυχτα, κόντευαν πια να βγουν οι υποψίες του αληθινές και αντάξιες του βίου του Μαρκιανού. Τότε λοιπόν, αφού καλοσκέφτηκε, τι έκανε; Πρόσταξε έναν από τους δούλους του να πάρει από πίσω τον άγιο, μόλις θα έφευγε, για να μάθει που πηγαίνουν εκείνα τα χρήματα.
Πραγματικά, ο δούλος τον ακολούθησε. Και όταν ο άνθρωπος του Θεού βρήκε νεκρό, πάνω σ' ένα κρεβάτι, κάποιον φτωχό, πήρε από ένα καπηλειό (κρασί), όπως συνήθιζε, τον έπλυνε και τον έντυ¬σε. Στη συνέχεια, αφού εκείνος αναστήθηκε για μια στιγμή, τον ασπάσθηκε, και μετά τον ξάπλωσε πάλι (νεκρό) κι έφυγε, (για να ετοιμάσει ότι χρειαζόταν για την ταφή του)*.
Έφριξε ο δούλος μ' αυτά πού είδε. "Όσο πιο γρήγορα μπορούσε, γύρισε πίσω και τα διηγήθηκε όλα, με κάθε λεπτομέρεια, σ' εκείνον πού τον είχε στείλει. Αυτός τότε μετανόησε για όσα είχε κάνει και έκλαιγε, επειδή είχε αδικήσει τόσο τον άγιο. Ή συνείδηση του τον τιμωρούσε (με τις τύψεις). Γι' αυτό και, όταν ο άγιος τον επισκέφθηκε πάλι για ν' ανταλλάξει τα χρυσά νομίσματα, έπεσε στα πόδια του ο τραπεζίτης, ομολόγησε τα κακά πού είχε κάνει και του επέστρεψε όσα του είχε πάρει επιπλέον.
Έτσι μια καλή πράξη, πού γίνεται σιωπηρά, μπορεί να ωφελή¬σει περισσότερο από λόγια πολλά. και όσους δεν ωφέλησαν σε τίποτα έλεγχοι και συμβουλές, αυτούς τους διόρθωσε μια αξιέπαινη πράξη, πού έγινε κρυφά και ανεπίδεκτα, γιατί άγγιξε τη συνείδη¬ση τους και τους έκανε να μάθουν μόνοι τους το καλό.
Ό Μαρκιανός όμως, αφού είπε (στον τραπεζίτη) ότι δεν είχε αδικηθεί καθόλου, άφησε εκεί και (τα χρήματα) εκείνα πού του έδινε, αλλά και τον ίδιο, και δεν ξαναφάνηκε ποτέ πια• όχι, βέβαια, για να διακόψει τις σχέσεις του μ' έναν πονηρό άνθρωπο - γιατί όχι μόνο τον συγχώρεσε, αλλά και τον βεβαίωσε ότι τον αγαπούσε ιδιαίτερα - μα για ν' αποφύγει την (ψυχική) βλάβη από τη μάταιη δόξα, και επειδή δεν ήθελε να φανερωθούν οι πράξεις του σε κανέναν άνθρωπο, παρά μόνο στο Θεό να είναι γνωστές.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστική ήταν ή φιλάνθρωπη συνήθεια του αγίου Μαρκιανού να περιμαζεύει εγκαταλειμμένους νεκρούς, να πλένει τα σώματα τους και να τα ετοιμάζει για ταφή. "Όταν τελείωνε, έλεγε στο νεκρό σαν σε ζωντανό: "Σήκω, αδελφέ, ν' αλλάξουμε τον τελευταίο ασπασμό, σύμφωνα με τη συνήθεια". και αμέσως ο νεκρός ανασταινόταν για λίγο, άποχαιρετιόταν με τον άγιο, κι έπειτα ξαναπέθαινε!

Λόγοι Σοφίας από τον Ευεργετινό...


Του άββά Ισαάκ

ΝΑ ΜΗ μισήσεις τον αμαρτωλό, γιατί όλοι είμαστε ένοχοι. Και αν τον αποδοκιμάζεις από ζήλο Θεού, να κλάψεις για χάρη του. Να μη μισήσεις τον 'ίδιο, αλλά τις αμαρτίες του. Για τον ίδιο να προσευχηθείς, κι έτσι θα μοιάσεις στο Χριστό, πού δεν αγανακτούσε εναντίον των αμαρτωλών, αλλά προσευχόταν πολύ γι' αυτούς• έκλαψε μάλιστα Και για την Ιερουσαλήμ (Ματθ. 23:37. Λουκ. 13:34). Αφού, άλλωστε, κι εμάς μας ξεγελάει σε πολλές περιπτώσεις ο διάβολος, γιατί να μισήσουμε Και ν' αποστραφούμε εκείνον πού, κατά την αντίληψη μας, εξαπατήθηκε από τον κοινό μας εχθρό;
Αν μισείς τον αμαρτωλό για τούτο, ότι δηλαδή δεν είναι, κατά τη γνώμη σου, ενάρετος, δείχνεις έτσι ότι κι εσύ αμαρτωλός είσαι, Αφού δεν έχεις αγάπη. Και οποίος δεν έχει αγάπη, δεν έχει μαζί του Και το Θεό• γιατί ο Θεός είναι προπαντός αγάπη (Α' Ίω. 4:8,16).
Να μη μισείς λοιπόν Και να μην κατατρέχεις τον αμαρτωλό, αλ¬λά, με τη συμπάθεια (πού θα του δείξεις), να γίνεις κήρυκας της αγαθοσύνης του Θεού, ο Όποιος, μολονότι είσαι ανάξιος, σε φροντίζει. Δεν σε παραμελεί ούτε σε αποστρέφεται ούτε σε τιμωρεί για τα πολλά Και μεγάλα σου αμαρτήματα. Μιμήσου λοιπόν κι εσύ,
όσο μπορείς, την ευσπλαχνία Του και την αγαθότητα Του, και γίνε σπλαχνικός απέναντι στο συνδουλό σου, ώστε, με τη μικρή δική σου συμπάθεια, να πάρεις σαν αμοιβή από το Θεό την απροσμέτρητη συμπάθεια Του.

Από το Γεροντικό

Ό άββάς Μακάριος είπε:
Αν θυμόμαστε τα κακά πού μας κάνουν οι άνθρωποι, αχρη¬στεύουμε μέσα μας τη δύναμη της μνήμης του Θεού. "Αν όμως δεν θυμόμαστε τα κακά πού υποφέρουμε, θα μείνουμε ανίκητοι από τους δαίμονες.
Ένας γέροντας είπε:
Αυτός πού κλέβει ή λέει ψέματα ή κάνει οποιαδήποτε άλλη αμαρτία, πολλές φορές, αμέσως μετά τη διάπραξη της, αναστενάζει και κατηγορεί τον εαυτό του και έρχεται σε μετάνοια. Εκείνος όμως πού έχει μνησικακία στην ψυχή του, και όταν τρώει και όταν κοιμάται και όταν βαδίζει, κατατρώγεται σαν από σαράκι και έχει πάντα την αμαρτία του αχώριστο σύντροφο. Ή προσευχή του γίνεται κατάρα και οι κόποι του όλοι πάνε χαμένοι, έστω κι αν χύσει το αίμα του για το Χριστό.
Δυο αδελφοί, πού πιάστηκαν σε καιρό διωγμού, οδηγήθηκαν στα βασανιστήρια. Αφού λοιπόν τους βασάνισαν μια φορά, τους έριξαν στη φυλακή.
Από δαιμονική ενέργεια όμως δημιουργήθηκε ανάμεσα τους μια παρεξήγηση και ψυχρότητα. Ό ένας τους μεταμελήθηκε γρή¬γορα κι έβαλε μετάνοια στον αδελφό του, λέγοντας:
Αύριο πρόκειται να θανατωθούμε. Ας λύσουμε λοιπόν την έχθρα κι ας κάνουμε αγάπη. Μα ο άλλος δεν μαλάκωνε. Την επόμενη μέρα, αφού οδηγήθηκαν και πάλι στο δικαστήριο, βασανίστηκαν. και εκείνος πού δεν δέχθηκε τη μετάνοια του αδελφού, νικήθηκε με το πρώτο χτύπημα! Τον ρωτάει λοιπόν ο άρχο¬ντας:
Γιατί χθες, ενώ τόσο πολύ βασανίστηκες, δεν υποχώρησες; Επειδή χθες, απάντησε εκείνος, ήμουν αγαπημένος με τον αδελφό μου, και γι' αυτό με δυνάμωνε ή χάρη του Θεού. Σήμερα όμως, πού του κράτησα μνησικακία, έφυγε από πάνω μου ή σκέπη και ή ενίσχυση του Θεού.

Του αββά Ησαΐα.
Αν ένας αδελφός σου κάνει κακό και τον κατηγορήσει κά¬ποιος μπροστά σου, φύλαξε την καρδιά σου, για να μην ανανεωθεί μέσα σου ή κακία. Θυμήσου αμέσως τις αμαρτίες πού έχεις κάνει ενώπιον του Θεού και πού θέλεις να σου συγχωρηθούν, και μην
ανταποδώσεις (το κακό) στον πλησίον σου.
Αν ακούσεις ότι κάποιος είπε κακό λόγο για σένα, και τον συ¬ναντήσεις κάπου ή σε επισκεφθεί, δώσε, όσο μπορείς, στο πρόσω¬πο σου έκφραση πρόσχαρη και καλοσυνάτη και μην του πεις τί¬ποτε άπ' όσα άκουσες. Γιατί είναι γραμμένο: «"Ος μνησικακεί, παράνομος» (Παροιμ. 21:24).

Η ΦΥΛΑΚΗ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ



Νικολάου Βελιμίροβιτς

Στην καρδιά είναι η θέληση, στην καρδιά είναι η αγάπη, στην καρδιά είναι η κατανόηση, στην καρδιά είναι, το πρόσωπο της Παναγίας και Θείας Τριάδος. Η καρδιά είναι ο οίκος του Πατρός, ιό ιερό του Υιού και το εργαστήριο του Αγίου Πνεύματος. Ό Θεός θέλει την καρδιά: «Υιέ μου, δός μοι σήν καρδίαν» (Παρ. κγ' 26). Ας αναποδογυρίσουν τα βουνά, ας στεγνώσουν οι θάλασσες, ας σε εγκαταλείψουν οι φίλοι σου, ας χαθεί ο πλούτος σου, ας φαγωθεί το σώμα σου από σκουλήκια, ας σε περιλούσει ο κόσμος με όλες τις κοροϊδίες πού έχει, μη φοβάσαι, μόνον φύλαξε την καρδιά σου, φύλαξε και ένωσε την με τον Κύριο και δώσε την στον Κύριο. Από την καρδιά προέρχεται η ζωή από που η ζωή στην καρδιά θα προέλθει, αν η πνοή του Κυρίου και η πηγή της ζωής, ο Θεός, δεν κατοικεί σε αυτήν;
«Ό αγαθός άνθρωπος εκ τον αγαθού θησαυρού εκβάλλει αγαθά, και ο πονηρός άνθρωπος εκ ιού πονηρού θησαυρού εκβάλλει πονηρά» (Ματθ. ιβ' 35). Αυτοί είναι οι λόγοι του Κυρίου, ο οποίος γεμίζει τον θησαυρό της καρδιάς σου με τα πλούτη του. Τι είναι αυτός «ο αγαθός άνθρωπος»; Είναι ο αγαθός θησαυρός της καρδιάς. Και τι είναι «ο πονηρός άνθρωπος»; Είναι ο πονηρός θησαυρός της καρδιάς. «Εκ γαρ της καρδίας [του πονηρού ανθρώπου] εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι» (Ματθ. ιε' 19)' και από την αγαθή καρδιά εκπορεύονται «αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, αγαθωσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια» (Γαλάτ. ε' 22-23). Βλέπεις τι μεγάλος αποθηκευτικός χώρος είναι η καρδιά του ανθρώπου; Βλέπεις πόσα μπορούν να προσαρμοσθούν στην καρδιά του ανθρώ¬που;...
Ώ αδελφέ, ο Θεός, το Άγιον Πνεύμα το ίδιο, όταν το παρακαλείς, μπορεί να χωρέσει στην καρδιά του ανθρώπου. Όχι μόνο μπορεί, αλλά και θέλει. Περιμένει μόνο εσένα να προετοιμάσεις την καρδιά σου γι' Αυτό. Να την μετατρέψεις σε ναό, διότι ο Θεός, το Άγιο Πνεύμα μόνο σε ναό κατοικεί!...
Όπως ο όφις προστατεύει την κεφαλή του, έτσι και συ επίσης, υιέ, φύλαξε την καρδιά σου. Πάνω άπ' όλα πού φυλάσσονται, υιέ, φύλαξε την καρδιά σου! Διότι στην καρδιά εισέρχεται ζωή και από αυτήν εξέρχεται ζωή, ζωή πού προέρχεται από τον Ζώντα Θεό.
Ώ Ζωοδότα Κύριε, βοήθησε μας να φυλάξουμε τις καρδιές μας για Σένα, για Σένα τον Κύριο! Σοί πρέπει δόξα και ευχαριστία εις τους αιώνας. Αμήν!

Περιοδικό «ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ»

Οι δοκιμασίες βοηθούν να συνέλθουν οι άνθρωποι!!



 Γέροντα, μαθαίνω για την ταλαιπωρία των δικών μου.
Θα τελειώσουν ποτέ τα βάσανά τους;
- Κάνε υπομονή, αδελφή μου, και μη χάνεις την ελπίδα σου στον Θεό.
 Όπως κατάλαβα από όλες τις δοκιμασίες που περνούν οι δικοί σου,  
ο Θεός σας αγαπάει και επιτρέπει όλες
αυτέςτις δοκιμασίες για ένα λαμπικάρισμα πνευματικό ολόκληρης της οικογένειας. Εάν
εξετάσουμε κοσμικά τις δοκιμασίες της οικογένειάς σου, φαίνεστε δυστυχισμένοι.
Εάν όμως τις εξετάσουμε πνευματικά, είστε ευτυχισμένοι, και στην  
άλλη ζωή θα σας ζηλεύουν όσοι θεωρούνται σε τούτητην ζωή ευτυχισμένοι.  
Με αυτόν τον τρόπο ασκούνται και οι γονείς σου, μια που τον αρχοντικότρόπο,  
τον πνευματικό, δεν τον γνωρίζουν ή δεν τον καταλαβαίνουν. 
 Πάντως, κρύβεται έναμυστήριο στις δοκιμασίες του σπιτιού σου,  
αλλά και σε ωρισμένα άλλα σπίτια, ενώ γίνεται τόση
προσευχή! «Τις οίδε τα κρίματα του Θεού;»
Ο Θεός να βάλη το χέρι Του και να δώση τέρμα στις δοκιμασίες.
- Γέροντα, δεν γίνεται οι άνθρωποι να συνέλθουν με άλλον τρόπο και όχι με κάποια
δοκιμασία;
- Πριν επιτρέψη ο Θεός να έρθη μια δοκιμασία, εργάστηκε με καλό τρόπο, αλλά δεν τον
καταλάβαιναν, γι' αυτό μετά επέτρεψε την δοκιμασία. Βλέπετε, και όταν ένα παιδί είναι
ανάποδο, στην αρχή ο πατέρας του το παίρνει με το καλό, του κάνει τα χατίρια, αλλά, όταν
εκείνο δεν αλλάζη, τότε του φέρεται αυστηρά, για να διορθωθή.
 Έτσι και ο Θεός μερικές φορές,όταν κάποιος δεν καταλαβαίνη με το καλό, 
 του δίνει μια δοκιμασία, για να συνέλθη. 
 Αν δενυπήρχε λίγος πόνος, αρρώστιες κ.λπ., θα γίνονταν θηρία οι άνθρωποι·  
δεν θα πλησίαζανκαθόλου στον Θεό.
Η ζωή αυτή είναι ψεύτικη και σύντομη· λίγα είναι τα χρόνια της. Και ευτυχώς που είναι
λίγα, γιατί γρήγορα θα περάσουν οι πίκρες, οι οποίες θα θεραπεύσουν τις ψυχές
μας σαν ταπικροφάρμακα. 
Βλέπεις, οι γιατροί, ενώ οι καημένοι οι άρρωστοι πονούν, τους δίνουν πικρό
φάρμακο, γιατί με το πικρό θα γίνουν καλά, όχι με το γλυκό.
Θέλω να πω ότι και η υγεία από τοπικρό βγαίνει, και η σωτηρία της ψυχής από το
πικρό βγαίνει