Gold Cross

Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2014

Αν ταπεινωθήτε, θα ωφεληθήτε.



 Τι θα βοηθούσε, Γέροντα, πρακτικά να αποκτήσω ταπείνωση;
- Πώς αποκτά ταπείνωση κανείς; Όταν του λένε μια κουβέντα, να λέη δύο; Να μη σηκώνη μύγα στο σπαθί του; Ευλογημένη, όταν σου δίνεται ευκαιρία για ταπείνωση, να δέχεσαι την ταπείνωση. Έτσι αποκτιέται η ταπείνωση.
Το φάρμακο το δικό σου είναι να κινήσαι απλά, ταπεινά, να δέχεσαι όπως η γη και την βροχή και το χαλάζι και τα σκουπίδια και τα φτυσίματα, εάν θέλης να ελευθερωθής από τα πάθη σου. Οι εξωτερικές ταπεινώσεις βοηθούν τον άνθρωπο να ελευθερωθή πολύ γρήγορα από τον παλιό εαυτό του, όταν τις δέχεται.
- Εγώ, Γέροντα, έχω ανάγκη από πολλή ταπείνωση.
- Να πας να αγοράσης. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που πουλούν την ταπείνωση και μάλιστα δωρεάν , αρκεί να την θέλης…
- Ποιοι είναι αυτοί, Γέροντα;
- Είναι οι άνθρωποι που, όταν δεν έχουν καλή πνευματική κατάσταση, φέρονται αδιάκριτα και με την συμπεριφορά τους μας ταπεινώνουν.
Η ταπείνωση δεν αγοράζεται από τον μπακάλη όπως τα ψώνια. Όταν λέμε: « δώσ’ μου, Θεέ μου, ταπείνωση», ο Θεός δεν θα πάρη την σέσουλα και θ’ αρχίση: «πάρε ένα κιλό ταπείνωση εσύ», «μισό κιλό ταπείνωση εσύ», «μισό κιλό εσύ», αλλά θα επιτρέψη να έρθη λ.χ. κάποιος άνθρωπος αδιάκριτος να μας φερθή σκληρά ή θα πάρη από άλλον την Χάρη Του και θα έρθη να μας βρίση. Έτσι θα δοκιμασθούμε και θα εργασθούμε , εάν θέλουμε να αποκτήσουμε την ταπείνωση. Αλλά εμείς δεν σκεφτόμαστε ότι ο Θεός επιτρέπει να γίνη ο αδερφός μας κακός, για να βοηθηθούμε εμείς, και θυμώνουμε με τον αδελφό. Και, ενώ ζητάμε από τον Θεό ταπείνωση, δεν δεχόμαστε τις ευκαιρίες που μας στέλνει, για να ταπεινωθούμε, αλλά δυσανασχετούμε. Κανονικά θα έπρεπε να χρωστάμε ευγνωμοσύνη σ’ αυτόν που μας ταπεινώνει, γιατί αυτός είναι ο μεγαλύτερος ευεργέτης μας. Όποιος ζητάει στην προσευχή του ταπείνωση από τον Θεό, αλλά δεν δέχεται τον άνθρωπο που του στέλνει ο Θεός, για να τον ταπεινώση, δεν ξέρει τι ζητάει.
Όταν ήμουν στην μονή Στομίου, ήταν κάτω στην Κόνιτσα ένας παπάς που με αγαπούσε από λαϊκό ακόμη. Μια Κυριακή είχα κατεβή να λειτουργηθώ στην Κόνιτσα. Η εκκλησία ήταν γεμάτη κόσμο. Την στιγμή που έμπαινα, όπως συνήθιζα, στο Ιερό, είπα μέσα μου: «Θεέ μου, βάλε όλους αυτούς τους πιστούς στον Παράδεισο κι εμένα, αν θέλης, βάλε με σε μια ακρούλα». Όταν πλησίασε η ώρα της Θείας Κοινωνίας ενώ αυτός ο παπάς πάντα με κοινωνούσε μέσα στο Ιερό, γύρισε προς το μέρος μου και φώναξε δυνατά: «Βγες από το Ιερό να κοινωνήσης απ’ έξω τελευταίος, γιατί είσαι ανάξιος». Βγήκα έξω, χωρίς να πω τίποτε. Πήγα στο αναλόγιο και άρχισα να διαβάζω την ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως. Ύστερα, καθώς πήγαινα τελευταίος να κοινωνήσω, είπα μέσα μου: «Ο παπάς φωτίσθηκε από τον Θεό και μου αποκάλυψε ποιος είμαι. Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησέ με, το κτήνος». Μόλις κοινώνησα, αισθάνθηκα μέσα μου μεγάλη γλυκύτητα. Όταν τελείωσε η θεία Λειτουργία, με πλησιάζει ο παπάς συντετριμμένος: «Συγχώρεσέ με! μου λέει. Πώς το έκανα αυτό! Εγώ μπροστά σου δεν έβαζα ούτε τα παιδιά μου ούτε την παπαδιά, ούτε τον εαυτό μου. Τι ήταν αυτό που έπαθα!». Έπεφτε κάτω, μου έβαζε μετάνοια. Μου ζητούσε συγνώμη, προσπαθούσε να μου φιλήση τα χέρια. «Παπά μου, του λέω, μη στενοχωριέσαι. Δεν φταις εσύ
˙ εγώ φταίω. Σε χρησιμοποίησε ο Θεός εκείνη την στιγμή, για να δοκιμάση εμένα». Ο παπάς δεν μπορούσε να καταλάβη τι του έλεγα και τελικά, νομίζω, δεν τον έπεισα. Όλα αυτά έγιναν εξαιτίας της προσευχής που είχα κάνει.
Κι εσείς, όταν βλέπετε μία αδελφή να παραφέρεται και να σας μιλάη άσχημα, να ξέρετε ότι τις περισσότερες φορές η αιτία είναι η προσευχή που κάνετε. Επειδή δηλαδή ζητάτε από τον Θεό να σας δώση ταπείνωση, αγάπη, κ.λπ., παίρνει ο Θεός για λίγο την Χάρη Του από την αδερφή και σας ταπεινώνει και σας στενοχωρεί. Έτσι σας δίνεται η ευκαιρία να δώσετε εξετάσεις στην ταπείνωση, στην αγάπη. Αν ταπεινωθήτε, θα ωφεληθήτε. Όσο για την αδερφή, θα λάβη διπλή την Χάρη του Θεού
˙ και γιατί της πήρε ο Θεός την Χάρη, για να δοκιμάση εσάς, και γιατί ταπεινώθηκε με το σφάλμα της και ζήτησε συγχώρεση από τον Θεό. Οπότε και εσείς εργάζεσθε στην ταπείνωση και εκείνη γίνεται καλύτερη.


Από το βιβλίο: «ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Ε΄
ΠΆΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ»


«Είμαι ενάρετος»!!!



Eνώ καθόμασταν και συζητούσαμε για την κενοδοξία και άλλα πνευματικά θέματα, μου λέει:

- Το πονηρό πνεύμα της κενοδοξίας είναι πολύμορφο, και χρειάζεται πολλή βία για να ξεφύγει κανείς απ’ αυτό. Γιατί κάνει τον ενάρετο να καμαρώνει για τα κατορθώματά του.Αν λ.χ. είναι εξαντλημένος από τη νηστεία, του λέει: «Κοίταξε στο νερό το πρόσωπό σου. Πόσο λιπόσαρκο είναι! Πώς να μη σ’ έχουνε μετά οι άνθρωποι για μεγάλο νηστευτή;» Άλλοτε τον ορμηνεύει: «Περπάτα σκυφτός. Μίλα ψιθυριστά. Βάδιζε αργά. Έτσι θα σε τιμούν οι άνθρωποι.» Και άλλοτε τον κεντρίζει:«Καθώς προχωράς, αναστέναζε πότε-πότε. Σήκωνε και τα μάτια σου ικετευτικά στον ουρανό, ώστε να προκαλείς την προσοχή των άλλων. Έτσι θα λένε: Να ένας μεγάλος άγιος!»Τέτοια και άλλα παρόμοια του ψιθυρίζει το πνεύμα της κενοδοξίας, για να καταλήξει σε κάτι σαν κι αυτό: «Σου πρέπει λοιπόν να γίνεις επίσκοπος ή τουλάχιστον ιερέας ή αρχιδιάκονος, αφού όλοι σε λένε και σε θεωρούν άγιο. Φρόντισε μόνο να κάνεις και μερικά θαύματα για να δοξαστείς πιο πολύ. Άρχισε να λες στους ανθρώπους τα μελλούμενα -ε, από τα πολλά που θα πεις, θα βγει και κανένα αληθινό, οπότε θα σε θεωρήσουν σπουδαίο-, επιτίμα τα δαιμόνια –ίσως κι αυτά, με την επίκληση του Ιησού, να φυγαδευτούν, οπότε θα δοξαστείς κι εσύ σαν προφήτης ή απόστολος»... 

 Αλλά γιατί να πολυλογώ; συνέχισε ο όσιος. Τότε που άρχισα να μετανοώ για τις αμέτρητες αμαρτίες μου, μου επιτέθηκε το πνεύμα της κενοδοξίας, γεμίζοντας την καρδιά μου με χαρά και αγαλλίαση. Μου έδιωξε κάθε θλίψη. Μ’ έκανε να νιώθω ειρηνικός και ευτυχισμένος. και μου έβαζε τον λογισμό: «Εσύ πια έφτασες σε ψηλά μέτρα αρετής! Πού να βρεθεί όμοιός σου πάνω στη γη!» Πότε-πότε μου έφερνε στη μύτη υπέροχες ευωδίες θυμιαμάτων και με απατούσε λέγοντας: «κοίτα πώς σε παραστέκουν οι άγγελοι, θυμιάζοντας την αγιοσύνη σου και την αρετή σου!» Κι έπειτα, χωρίς εγώ να το καταλάβω, με κορόιδευε για τα καλά: «Μακάριος είσαι, Νήφων, γιατί νίκησες τον διάβολο!» Όλ’ αυτά τα έπαιρνα στα σοβαρά, ο ανόητος, και πλανούσα τον εαυτό μου, νομίζοντας πως είναι όπως μου τον έδειχνε το δαιμόνιο της κενοδοξίας.

Ο Θεός, όμως, που δεν θέλει την απώλεια του αμαρτωλού, μου χάρισε διάκριση λογισμών και αγαθή σκέψη. Όταν λοιπόν ερχόταν ο διάβολος και μου έλεγε, «Μα εσύ από τώρα είσαι στ’ αλήθεια ο άγιος Νήφων! Ποιος άλλος πάνω στη γη καλλιεργεί τόσες αρετές ζώντας μέσα στους θορύβους;», τότε εξουδετέρωνα τις πανουργίες του με τη διάκριση.

Μια φορά, όπως μου είπε ο όσιος, το δαιμόνιο της κενοδοξίας έπεσε πάνω του ορμητικά, φουσκώνοντάς τον με βροχή επαίνων:

- Να, ο πιο διάσημος απ’ τους ανθρώπους! Να, ο μεγάλος φωστήρας! Να, ο γενναίος αγωνιστής! Να, ο πιο ενάρετος της οικουμένης!...

Φλυάρησε πολλά ακόμα, πασχίζοντας να τον πλανέψει. Ο άγιος όμως κατάλαβε την κακουργία του διαβόλου, αναλογίστηκε τη δική του αδυναμία και είπε μέσα του:

- Πρόσεξε, αμαρτωλέ Νήφων, μη σε ξελογιάσει ο απατεώνας! Τον νου σου, μωρόπιστε, μη σε τυλίξει! Άνθρωπος είσα κι εσύ σαν τους άλλους. Κοίτα μην υποκύψεις. Μην περηφανευτείς και φουσκώσεις. Σε τι ξεχωρίζει ένας σπόρος στάρι μέσα στον σωρό; Σε τίποτα. Είναι ο ίδιος με τους άλλους σπόρους. Έτσι κι εσύ, δεν ξεχωρίζεις σε τίποτε από τους άλλους ανθρώπους. Απ’ τη λάσπη είναι όλοι πλασμένοι, απ’ τη λάσπη είσαι κι εσύ. Για δες, ταλαίπωρε, τη γη! Κι εσύ «γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ» (Γεν. γ’ 19). Να σκέφτεσαι πως είσαι αμαρτωλός και θα κριθείς. «Πρόσεχε σεαυτῷ» (Δευτερ. ιε’ 9) και «νῆφε ἐν πᾶσι» (Β’ Τιμ. δ’ 5). Θρήνησε, άθλιε, για την αιώνια πικρή κόλαση, όπου θα κατακαίγεσαι για τις αμαρτίες σου! Αυτά να στοχάζεσαι, αυτά να μελετάς συνεχώς, και να μην κομπάζεις λέγοντας «είμαι ενάρετος», «είμαι δίκαιος», «είμαι συνετός»... Γιατί μ’ αυτές τις αλαζονικές αυταπάτες κρατάς τον Θεό μακριά σου.

Έτσι ελέγχοντας αυστηρά τον εαυτό του ο δίκαιος, πολεμούσε αποτελεσματικά το πνεύμα της κενοδοξίας. 

Ένας ασκητής επίσκοπος: Όσιος Νήφων επίσκοπος Κωνσταντιανής, έκδ. Ι.Μ. Παρακλήτου


Άλλο απλότητα και άλλο αναίδεια


- Γέροντα, μερικές φορές νομίζω ότι κινούμαι με απλότητα, αλλά μου λένε ότι κινήθηκα με αναίδεια. Πώς θα ξεχωρίσω την απλότητα από την αναίδεια;
- Άλλο απλότητα και άλλο αναίδεια. Η αναίδεια αναπαύει τον άνθρωπο κοσμικά. Φέρεται κανείς με αναίδεια και ικανοποιεί τον εγωισμό του. Σου λέει: «Τον έβαλα τον άλλον στη θέση του». Αυτό δίνει μια ικανοποίηση κοσμική, που δεν αναπαύει τον άνθρωπο πραγματικά. Ενώ η απλότητα αναπαύει πνευματικά∙ αφήνει στην καρδιά μια απαλάδα.
- Γέροντα, μου λένε ότι φέρομαι με επιπολαιότητα, εγώ όμως νομίζω ότι κινούμαι απλά.
- Κοίταξε∙ όταν λέμε «απλότητα», δεν εννοούμε να φέρεται κανείς ανόητα. Εσύ τα μπερδεύεις. Μιλάς χωρίς να σκέφτεσαι και νομίζεις ότι κινείσαι απλά. Έχεις λίγη φυσική απλότητα, σου λείπει όμως η σύνεση και, ενώ στα μυαλά δεν είσαι παιδί, φέρεσαι σαν παιδί. Ευτυχώς που οι αδελφές σε γνωρίζουν και δεν σε παρεξηγούν.
- Μπορεί, Γέροντα, ένας άνθρωπος να είναι πραγματικά απλός και όμως η συμπεριφορά του να πειράζη τους άλλους;
- Αν κάποιος λέη ή κάνη κάτι με πραγματική απλότητα, και παρεξηγήσιμο να είναι, δεν παρεξηγείται ο άλλος, γιατί ο απλός έχει Χάρη Θεού και δεν προκαλεί. Ενώ κάποιος που δεν έχει απλότητα και σου μιλάει με ευγένεια κοσμική, σου σπάζει τα κόκκαλα.

Από το βιβλίο: «ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Ε΄
ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ»


Αγάπη και συναίσθημα




Η αγάπη, πρέπει να είναι αγάπη πρώτιστα στον Ιησούν και διά Ιησού η έκφρασή της στους αδελφούς μας. Θα πρέπει να αγνοηθεί ο ρόλος του συναισθήματος; Θα ήταν λάθος η παραγνώρισή του. Ο άνθρωπος δεν είναι άγγελος, για να αγαπάει σαν άγγελος. Και ως άνθρωπος έχει την ιδιοτυπία του στην έκφραση της αγάπης του. Μιλώντας για αγάπη δεν μπορούμε να αποφύγουμε να μιλήσουμε για τρυφερότητα καρδιάς, για ευαισθησία κ.λπ. Η αγάπη λειτουργεί μέσα μας όχι ως κάτι ξένο προς τον μηχανισμό του ψυχικού μας κόσμου. Όμως η χριστιανική αγάπη δεν είναι μόνο συναισθηματισμός. Είναι χάρισμα του Θεού, στο οποίο καλείται να συμμετάσχει και ο συναισθηματισμός μας εξαγιαζόμενος.

Ο Κύριός μας δεν καταργεί το συναίσθημα, αλλά το εξαγιάζει. Προσέχοντας στο παράδειγμά Του βλέπουμεπόση ανθρωπιά δείχνει, πόσο γλυκός είναι. Τον συγκινούν τα παιδιά, τα οποία παίρνει στην αγκαλιά Του και τα παρουσιάζει ως εικόνες για μια ώριμη και συνετή αθωότητα και παιδικότητα. Στενάζει μπροστά στον ανθρώπινο πόνο, τον οποίο απαλείφει από πολλές καρδιές. Κλαίει μπροστά στο θέαμα του θανάτου, που θέτει τέρμα στην ομορφιά της ζωής. Και μιλάει λίγο πριν από το θείο πάθος Του, με μια απέραντη τρυφερότητα στους μαθητές Του, που δεν διστάζει να τους ονομάσει «τεκνία» Του. Θυμηθείτε την ωραία και τόσο παραστατική εικόνα, που χρησιμοποιεί απευθυνόμενος με θλίψη στην Ιερουσαλήμ για την άρνησή της να δεχθεί την αγάπη Του: «Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ!... ποσάκις ηθέλησα επισυνάξαι τα τέκνα σου ον τρόπον όρνις την εαυτής νοσιάν υπό τας πτέρυγας, και ουκ ηθελήσατε!». Πόση θλιμμένη τρυφερότητα δεν κρύβει αυτό το παράπονο!

Και οι Άγιοι της Εκκλησίας μας, που ακολούθησαν τα ίχνη του Κυρίου, δεν παραγνώρισαν τον μεγάλο θησαυρό της ευαισθησίας και της συναισθηματικότητας, προκειμένου να εκφράσουν την πεντακάθαρη αγάπη τους στα παιδιά του Θεού, τα πνευματικά τους αδέρφια. Πρώτος και καλύτερος ο μεγάλος απόστολος Παύλος.Πόση ήταν η αγάπη του για τον Κύριο, το γνωρίζουμε καλά. Και δεν μας είναι άγνωστη η υπερβολή της αγάπης του για τους πιστούς, τους οποίους «εγέννησεν εν τω Ευαγγελίω». Έτσι σε μια στιγμή ξεσπάσματος της καρδιάς του αφήνει να ακουστεί ετούτη η κραυγή: «Τεκνία μου, ους πάλιν ωδίνω, άχρις ου μορφωθή Χριστός εν υμίν! Ήθελον δε παρείναι προς υμάς άρτι και αλλάξαι την φωνήν μου!» (Γαλ. δ' 19-20). Και σε άλλη περίπτωση: «Τις ασθενεί, και ουκ ασθενώ; Τις σκανδαλίζεται, και ουκ εγώ πυρούμαι;» (Β' Κορ. ια' 29), έκραζε με πόνο πολύ. Πώς να μη συγκινήσουν τις καρδιές τέτοιες εκδηλώσεις αγάπης θεϊκής σε μεγαλείο και ντυμένης τόση ανθρωπιά και κατανόηση;

Ας ακούσουμε και δύο άλλες φωνές, από τις πάμπολλες, μέσα από την ασκητική παράδοση της Εκκλησίας μας. Είναι κλασσικό και ανυπέρβλητο το χωρίο του Ισαάκ του Σύρου, όπου μιλάει για «καύσιν καρδίας». Να, τι λέει, για να το υπενθυμίσω στην αγάπη σας:

«Καρδία ελεήμων εστί καύσις υπέρ πάσης της κτίσεως, υπέρ ανθρώπων και των ορνέων και των ζώων και των δαιμόνων και υπέρ παντός κτίσματος. Και εκ της μνήμης αυτών και της θεωρίας ρέουσιν οι οφθαλμοί αυτού δάκρυα. Και εκ της πολλής και σφοδράς ελεημοσύνης και συνεχούσης την καρδίαν και εκ της πολλής καρτερίας σμικρύνεται η καρδία αυτού (=του θεωρούντος και δακρύοντος) και ου δύναται βαστάσαι ή ακούσαι ή ιδείν βλάβην τινά ή λύπην μικράν εν τη κτίσει γινομένην. Διά τούτο υπέρ των αλόγων και υπέρ των εχθρών της αληθείας και υπέρ των βλαπτόντων αυτών εν πάση ώρα ευχήν μετά δακρύων προσφέρει του φυλαχθήναι αυτούς και ιλασθήναι αυτούς. Ομοίως και υπέρ φύσεως των ερπετών εκ της πολλής ελεημοσύνης της κινουμένης εν τη καρδία αυτού αμέτρως κατά την ομοιότητα του Θεού» (Ισαάκ του Σύρου, Τα ευρεθέντα ασκητικά, Λόγος πα'. εκδ. Σπανού, Αθήνα, σ. 306).

Και με απλά λόγια: Καρδιά ελεήμων, δηλαδή καρδιά γεμάτη τρυφερή αγάπη είναι τελικά θέρμη καρδιάς, που καίγεται κυριολεκτικά για όλα τα δημιουργήματα, για τους ανθρώπους, για τα πουλιά, για τα ζώα και για τους δαίμονες και γενικά για κάθε κτίσμα. Και στην ανάμνησή τους και στη θέα τους τα μάτια του ανθρώπου, που έχει ελεήμονα καρδιά, πλημμυρίζουν από δάκρυα. Από την πολλή και έντονη αγαπητική διάθεση, που συνέχει την καρδιά του, και από την πολλή καρτερικότητά της γίνεται πολύ ευαίσθητη και δεν μπορεί να ανεχθεί ή να ακούσει ή να ιδεί να συμβαίνει κάποια βλάβη ή κάποια μικρή λύπη στη Δημιουργία. Γι' αυτό και κάθε ώρα και στιγμή προσεύχεται με δάκρυα και για τα χωρίς λογικό δημιουργήματα και για τους εχθρούς της αλήθειας και γι' αυτούς, που του προξενούν ζημιές και βλάβες παρακαλώντας τον Θεό να φυλαχτούν και να συγχωρεθούν.Το ίδιο προσεύχεται ακόμη και για τα ερπετά (που γι' αυτά νιώθει κανένας ενστικτώδη αποστροφή). Και το κάνει αυτό εξαιτίας της άμετρης ευαισθησίας, που έχει στην καρδιά του, όπως ο Θεός.

Ένα άλλο δείγμα ιερής τρυφερότητας αναφέρεται στον διακριτικότατο και σοφότατο Αββά Ποιμένα, έναν από τους πιο μεγάλους Αββάδες.
«Παρέβαλόν τινες των γερόντων προς τον Αββάν Ποιμένα και είπον αυτώ. θέλεις, αν ίδωμεν τους αδελφούς νυστάζοντας εις την σύναξιν, ίνα νύξωμεν αυτούς ίνα γρηγορώσιν εις την αγρυπνίαν; Ο δε λέγει αυτοίς. εγώ τέως αν ίδω τον αδελφόν νυστάζοντα, τιθώ την κεφαλήν αυτού επί τα γόνατά μου και αναπαύω αυτόν» (Γεροντικόν, εκδ. «Αστέρος», Αθήνα 1970, σ. 99, Αββάς Ποιμήν).
Πήγαν, λέει η διήγηση, κάποιοι γέροντες στον Αββά Ποιμένα και του είπαν: επιτρέπεις, αν δούμε τους αδελφούς να νυστάζουν την ώρα της ιερής συνάξεως, να τους σκουντήσουμε λιγάκι για να μην κοιμούνται κατά τη διάρκεια της αγρυπνίας; Ο Αββάς τους αποκρίθηκε: εγώ, αν δω τον αδελφό μου να νυστάζει, του βάζω το κεφάλι στα γόνατά μου και τον ξεκουράζω.

Αλήθεια, τι υπερβολή τρυφερότητας και κατανοήσεως του κόπου ή της αδυναμίας του άλλου!
Η υπερφυσική και ουράνια αγάπη δεν θα μπορούσε να εκφραστεί καλύτερα, εξαγνισμένη και αγιασμένη εν Χριστώ, από τον τρόπο, με τον οποίο εκφράζονται και οι ανωτέρω Πατέρες, αλλά και πάρα πολλοί άλλοι. Γι' αυτό δεν σταυρώθηκε ο Κύριος και δεν αναστήθηκε, για να μεταμορφώσει τη φύση μας και να την κάνει από θηριώδη και αγριωπή, λεπτή, τρυφερή, πονετική, γεμάτη κατανοούσα αγάπη; Η μεταμορφώνουσα την «πεπτωκυίαν» φύση μας χάρις χύνεται πλούσια στην ανθρώπινη καρδιά, την ανασταίνει από την σκληρότητα και διαφθορά της, ώστε να μπορεί άνετα διά μέσου της να εκφράζονται τα πλούσια χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, ένα από τα οποία, το κυριότερο δε, είναι η αγάπη (Γαλ. ε' 22).

Επομένως, προκειμένου να εκφράσουμε την αγάπη μας προς τα έξω, δεν πρέπει να αλλοιώσουμε αφύσικα την καρδιά μας και να στραγγαλίσουμε την ευαισθησία της, αλλά κυρίως να αφήσουμε τη χάρη του Κυρίου να κατευθύνεται σωστά και να κυριαρχεί μεταμορφωμένη στον ίδιο τον εαυτό της, με πλήρη αυτολησμοσύνη της, χάριν του αγαπωμένου, «μη ζητούσα τα εαυτής». Δεν είναι το ίδιο να καταπνίγουμε την καρδιά μας και να τη διαστρέφουμε και να την μικραίνουμε και το ίδιο να τη θέτουμε στην υπηρεσία της πνευματικής αγάπης, να την ευαισθητοποιούμε πιο πολύ, να την κάνουμε πλατιά και ευρύχωρη, ξένη προς κάθε μικρότητα και κάθε φίλαυτη και εγωιστική επιδίωξη, που σ' αυτήν θα μας ωθούσε ευχαρίστως «ο παλαιός ημών άνθρωπος» (Ρωμ. ς' 6).
Ιερομ. Ευσεβίος Βίττης, Εμείς και η αγάπη μας, εκδ. Ορθόδοξος 


Ο Εγωισμός και η Ταπείνωσις.




Προσέχετε τον εαυτό σας. Η πρόοδος στην πνευματική ζωή διακρίνεται με την ολοένα και περισσότερη συναίσθησι της μηδαμινότητός μας. Ενώ όσο αυξάνει η εκτίμησις του εαυτού μας σε κάτι, τόσο βαδίζουμε στην καταστροφή. Ο εχθρός θα το εκμεταλλευθή αυτό. Θα πλησιάση και θα επιχειρήση να πετάξη κανένα πετραδάκι στον δρόμο μας για να σκοντάψουμε. Μια ψυχή που δίνει στον εαυτό της αξία, μοιάζει με τον κόρακα του Αισώπου που ακούγοντας τις κολακείες της αλεπούς για την «ωραία» του φωνή, άνοιξε το στόμα και του έπεσε το τυρί…».

«Πόσο χρήσιμο θα ‘ταν να βρισκόταν κάποιος να σας κατηγορή. Να χαίρεσθε , αν ποτέ συμβή αυτό. Είναι πολύ επικίνδυνο να σας επαινούν όλοι και κανείς να μην σας λέει την αλήθεια. Είναι νομίζετε δύσκολο να πλανηθή ή να σκοντάψη κανείς; Απέχετε πολύ από το να θεωρήτε τον εαυτό σας άγιο και άξιο να συμβουλεύη τους άλλους;».

«Στο Κίεβο ασκήτευε κάποτε κάποιος με πολλή νηστεία και μόνωσι. Τον πολέμησε όμως ο εγωισμός και άλλα πάθη. Πήγε λοιπόν και εξωμολογήθηκε τους λογισμούς του στον μακαριστό στάρετς Παρθένιο. Εκείνος του έδωσε χρήματα και τον έστειλε στην αγορά λέγοντας: «Αγόρασε κρέας και φάγε το μπροστά στους άλλους». Ο ασκητής ακολούθησε την συμβουλή του στάρετς και όλοι οι πειρασμοί του φύγανε. Να πώς οι Πατέρες πολεμούσαν την υπερηφάνεια.
Συχνά να ελέγχετε και σεις τον εαυτό σας στο σημείο αυτό. Γιατί δεν είναι μικρή συμφορά… Λένε ότι η υπερηφάνεια είναι κλέφτης που βρίσκεται μέσα στο σπίτι. Έρχεται συχνά σε συνεννόησι με τους εξωτερικούς κλέφτες , τους ανοίγει πόρτες και παράθυρα, κι εκείνοι μπαίνουν και αρπάζουν κάθε θησαυρό».

«Αγωνισθήτε, ενώ συναναστρέφεσθε με άλλους και φροντίζετε για τις βιοτικές υποθέσεις, συγχρόνως να σκέπτεσθε τον Θεό και να έχετε την συναίσθησι ότι βρίσκεται κοντά σας και σας κατευθύνει σύμφωνα με το άγιό Του θέλημα. Έτσι δεν θα διασπάσθε στην εσωτερική σας εργασία. Η διάσπασις είναι η πρώτη επιτυχία του διαβόλου.
Η δεύτερη επιτυχία του είναι η προσκόλλησις της καρδιάς σε κάτι το γήινο και η αιχμαλωσία των αισθημάτων και των σκέψεων σ’ αυτό. Αυτή είναι χειρότερη επιτυχία του εχθρού.
Προσπαθήστε ν’ αποδεσμεύεσθε από κάθε αιχμαλωσία της καρδιάς και από κάθε διάσπασι της εσωτερικής σας εργασίας. Ο τρόπος είναι ένας: Να μην απομακρύνεται η προσοχή από τον Κύριο και την συναίσθησι της παρουσίας Του.
Οι υπερβολές δεν οδηγούν ποτέ σε καλό. Το πρώτο βήμα για την υπερηφάνεια είναι η κενοδοξία , η πεποίθησις δηλαδή ότι είμαι κάτι. Το δεύτερο είναι η οίησις, η συναίσθησις δηλαδή του ότι όχι απλώς είμαι κάτι, αλλά κάτι σπουδαίο ενώπιον Θεού και ανθρώπων. Από την κενοδοξία και την οίησι γεννιέται πλήθος υπερήφανων λογισμών, βδελυκτών στον Θεό. Η αυτογνωσία και η βίωσι της μηδαμινότητός μας μπορεί εδώ να βοηθήση. Συχνά ας φέρνουμε στην μνήμη μας σφάλματα του παρελθόντος και ας κατακρίνουμε τον εαυτό μας γι΄ αυτά».

«Τιμιώτατε πρωτοπρεσβύτερε. Σας ευχαριστώ πολύ για την πολύτιμη διδασκαλία σας. Απλή και βαθειά, σύντομη και ολοκληρωμένη, μεστή και απέρριτη. Ας ευλογήση ο Κύριος τους ποιμαντικούς σας κόπους σ’ όλο το πλάτος τους. Σας δόθηκε η χάρις όχι μόνο να διδάσκετε, αλλά και να πράττετε. Ας σας ενισχύη ο Κύριος να υπηρετήτε καρποφόρα τους αδελφούς χριστιανούς.
Εσείς βρίσκεσθε δε δράσι. Για μένα ήλθε ο καιρός να παραδώσω τα όπλα. Εσείς είσθε ο ποιμένας ο καλός, εγώ ο αρχιποιμένας ο άχρηστος. Για τις αμαρτίες μου αδυνάτισα σωματικά και ακόμη περισσότερο πνευματικά. Πίσω μου τίποτε καλό δεν φαίνεται, μπροστά μου τίποτε αξιόλογο δεν ελπίζεται. Μένει μόνο: «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Είθε να ευδοκήση ο Κύριος, έστω κι αυτή η κραυγή να βγαίνη μέσ’ απ’ την καρδιά».

«Να καλλιεργήτε μέσα σας τον φόβο του Θεού και την ευλάβεια ενώπιον του απερίγραπτου μεγαλείου Του. Να έχετε καρδιά συντετριμμένη και τεταπεινωμένη . Να θεωρήτε όλους ανώτερούς σας. Ν’ αγαπάτε την σιωπή, την μόνωσι, την συνομιλία με τον Κύριο, που θα γίνη χειραγωγός και διδάσκαλός σας.
Τα άγια δάκρυα αποτελούν εκδήλωση θείου ελέους και ασφάλεια στην πνευματική ξηρασία και στην σκλήρυνσι των αισθημάτων. Μην τα περιφρονήτε και μην τα διώχνετε.
Τα αμαρτωλά δάκρυα προκαλούν οίησι, αγαπούν την επίδειξι και παρέρχονται σύντομα.
Όταν σας πλησιάζη η υπερηφάνεια διώξτε την και τοποθετήστε στην θέσι της το ταπεινό φρόνημα και την συντριβή».

«Δεν υπάρχει λόγος να επαναλαμβάνω ότι το απόρθητο φρούριό μας είναι η ταπείνωσις. Δύσκολα την αποκτά κανείς. Μπορεί να θεωρή ταπεινό τον εαυτό του και να μην έχη ίχνος απ’ αυτή. Ο σωστότερος ή ο μοναδικός δρόμος για την ταπείνωσι είναι η υπακοή και η απάρνησις του ιδίου θελήματος. Χωρίς αυτά είναι δυνατόν ν’ αναπτύξη κανείς εσωτερικά εωσφορικό εγωισμό, παρά την εξωτερική ταπεινή συμπεριφορά και τις ταπεινολογίες.
Σταθήτε λοιπόν και αναρωτηθήτε, αν έχετε υποκοή και απάρνησι του ιδίου θελήματος».

«Αγωνισθήτε ν’ αποκτήσετε ταπείνωσι. Η ταπείνωσις είναι ευωδία Χριστού και ένδυμα Χριστού. Για χάρι της όλα θα τα συγχωρήση ο Θεός. Δεν θα εξετάση τις ελλείψεις που είχε ο αγώνας μας. Ενώ χωρίς ταπείνωσι καμιά άσκησι δεν μπορεί να μας βοηθήση.
Με το ταπεινό φρόνημα μπορεί ο άνθρωπος να σωθή. Χωρίς όμως αυτό το εισητήριο δεν θα του επιτρέψουν να μπη στον παράδεισο που είναι γεμάτος από ταπεινούς».

«Η ταπείνωσις πρέπει ν’ αποτελή το φόντο της ζωής σας, όπως και του καθενός που ζη ειλικρινά την εν Χριστώ ζωή».


«Αγωνισθήτε στον εαυτό σας με όλες σας τις δυνάμεις και ο Θεός θα σας βοηθήση. Έχετε σαν σκοπό ν’ αποκτήσετε «πνεύμα συντετριμμένον», «καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην» ( Ψαλμ. 50, 19 ) . Όταν υπάρχουν αυτά, σημαίνει ότι βρίσκεσθε σε καλή κατάστασι. Τότε έχετε την σκέπη και την βοήθεια του Θεού. Τότε η προσήλωσις στον Θεό είναι σταθερή και η ενθύμησίς Του αδιάλειπτη».

«Προσπαθήστε να παλέψετε με το ευέξαπτο του χαρακτήρος σας. Το πάθος αυτό εκδηλώνεται όταν κάποιος ενεργήση αντίθετα με την δική σας θέλησι, επιθυμία ή εντολή. Όσο όμως ζη μέσα σας η υπερηφάνεια τίποτε δεν θα κατορθώσετε. Αυτή όλα τα κυβερνά. Αν μπορήτε πετάξτε την πέρα από την εξώπορτα του σπιτιού σας και απαγορέψτε της να ξαναπαρουσιασθή.
Να σκέπτεσθε την πανταχού παρουσία του Θεού , καθώς και την ώρα του θανάτου. Η μνήμη του Θεού και του θανάτου είναι οι καλύτεροι διδάσκαλοι για την θεραπεία των παθών».

«Είθε να σας διατηρήση ο Κύριος το χάρισμα των δακρύων για πάντα. Αυτά μαλακώνουν την καρδιά και χαρίζουν την κατάνυξι . Πρέπει όμως να τα κρύβετε. Διότι η υπερηφάνεια ολόγυρά τους περιφέρεται , όπως ο σκύλος γύρω από την τροφή».


Από το βιβλίο : « Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου
ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ»
Μετάφρασις από τα ρωσικά
ΕΚΔΟΣΙΣ ΕΝΔΕΚΑΤΗ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΟΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 


Για μια αγάπη που κατακτά και ξεπερνά τον θάνατο!



Η δική μου πίστη γεννήθηκε από την εμπειρία του ζώντος Χριστού. Πώς και πότε γεννήθηκε; Δεν γνωρίζω, δεν θυμούμαι. 
Το μόνο που ξέρω είναι πως κάθε φορά που ανοίγω το Ευαγγέλιο και διαβάζω για το Χριστό, διαβάζω τους λόγους Του, διαβάζω τη διδασκαλία Του, επαναλαμβάνω συνειδητά, με όλη μου την καρδία και την ύπαρξη, όσα είπαν, εκείνοι που εστάλησαν
 να συλλάβουν τον Χριστό και που επέστρεψαν στους Φαρισαίους χωρίς Αυτόν: «ουδέποτε ούτως ελάλησεν άνθρωπος, ως ούτως ο άνθρωπος». Συνεπώς αυτό που ξέρω πρώτα από όλα είναι πως η διδαχή του Χριστού είναι ζωντανή και πως τίποτε το γήινο δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί της. Και πως αυτή η διδασκαλία είναι γι’ Αυτόν, για την αιώνια ζωή, για τη νίκη πάνω στο θάνατο, για μια αγάπη που κατακτά και ξεπερνά τον θάνατο. Γνωρίζω επίσης πως σε μια ζωή όπου το κάθε τι φαίνεται τόσο δύσκολο και επίμονο, η μόνη σταθερά που ουδέποτε μεταβάλλεται και ουδέποτε εκπίπτει είναι αυτή η εσωτερική γνώση πώς ο Χριστός είναι μαζί μου. «Ουκ αφήσω υμάς ορφανούς. έρχομαι προς υμάς». Έρχεται δε και δίνει το αίσθημα της παρουσίας Του μέσα από την προσευχή, από το ρίγος της ψυχής,μέσα από μια χαρά, τόσο ζωντανή όσο και ακατανόητη, μέσα από τη μυστηριακή, αλλά και τόσο βέβαιη παρουσία Του στις ακολουθίες και στα μυστήρια της Εκκλησίας. Αυτή δε η ζωντανή εμπειρία διαρκώς αναπτύσσεται, αυτή η γνώση, αυτή η συνειδητοποίηση που κάνει τόσο εμφανές πως ο...
... Χριστός είναι εδώ, και πως ο λόγος Του έχει εκπληρωθεί: όποιος Με αγαπά, «και εγώ αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν». Και είτε βρίσκομαι μέσα στο πλήθος, είτε είμαι μόνος, αυτή η βεβαιότητα της παρουσίας Του, αυτή η δύναμη του λόγου Του, αυτή η χαρά της πίστης σ’ Αυτόν παραμένει κοντά μου. Αυτή είναι η μόνη απάντηση και απόδειξη.


(π.Αλέξανδρος Σμέμαν)


Ταπεινός υπεράνω σκανδαλισμού!



Έναν τέτοιο γέροντα αμέριμνο, απλό, ταπεινό, με μεγάλη εμπιστοσύνη στον Χριστό και την Παναγία, γνωρίσαμε. Ήταν από το Ριζοκάρπασο της σήμερα τουρκοκρατούμενης Κύπρου κι ήλθε στο Άγιον 'Ορος όταν κι αυτό ήταν Τουρκοκρατούμενο. Εκοιμήθη πριν δώδεκα έτη σε ηλικία εκατόν έξι ετών.Είχε στο Άγιον 'Ορος ογδόντα έξι έτη. Εξήλθε αυτού μία δύο φορές, για να πάει προσκυνητής στα Ιεροσόλυμα. Ογδόντα έξι έτη είχε να φάει κρέας. Ογδότα έξι έτη είχε να δει γυναίκα. Είκοσι πέντε έτη είχε να πλύνει το πιάτο του. Υγιέσταστος, εγκρατέστατος, εξυπνότατος , αγαθότατος. Εκατόν τριών ετών ανέβηκε στη σκέπη του κελλιού του να διορθώσει τα κεραμίδια. «'Οτι ζητάω από την Παναγία μου το στέλνει» έλεγε. «Έχω την εικόνα της, της Οικονόμισσας, και με οικονομεί η Υπερευλογημένη... Να, τώρα ήθελα νερό και ήλθες να μου φέρεις».

Μια φορά ήλθαν δύο φίλοι από την Αθήνα, νεαροί οικογενειάρχες, και με ρωτούσαν αν υπάρχουν γέροντες του Γεροντικού και της Φιλοκαλίας. Υπάρχουν τους είπα και τους πήγα στον γέροντα αυτόν, τον μοναχό Ιωσήφ τον Κύπριο. Ήταν τότε εκατόν πέντε ετών. Ήταν ξαπλωμένος κι έκανε κομποσχοίνι. «Οι κύριοι» του λέγω, «είναι από την Αθήνα και ήθελαν να πάρουν την ευχή σου». Τον είδαν πως δεν είχε όρεξη για κουβέντα. Αφού είπαν δύο-τρία λόγια, τους έκαμε νόημα να φύγουμε. Φεύγοντας λένε στον γέροντα: «Γέροντα, είμαστε με πολλά προβλήματα, σας παρακαλούμε να προσεύχεσθε». «Θα προσεύχομαι» τους απαντά, «αλλά για να προσεύχομαι θέλω και λεφτά»! Ντράπηκα πολύ, τα έχασα, δεν ήξερα τι να πω. Προσπαθούσα να δικαιολογήσω την κατάσταση. Απορούσα γιατί να το κάνει αυτό. Τους πήγα σ' έναν άγιο άνθρωπο κι αυτός να ζητάει χρήματα για να προσευχηθεί; Αυτός που δεν γνώριζε καλά-καλά την αξία των χρημάτων και δεν τους έδινε μεγάλη σημασία. Οι άνθρωποι έφυγαν και λυπήθηκα.

Την άλλη ημέρα που πήγα να τον δω, μου λέει: «Πάτερ Μωυσή την αρετή δεν τη μαζέψαμε μαζί. Μην μου φέρνεις κόσμο να με τιμάνε. Ζήτησα από τον Θεό να με τιμήσει στην άλλη ζωή, όχι σ΄αυτή την ψεύτικη». Εξεπλάγην. Ντροπιάσθηκε στους ξένους ζητώντας χρήματα, που ποτέ δεν είχε και ποτέ δεν τ' αγάπησε, με ντρόπιασε κι εμένα. Πού να τολμήσω να ξαναπάω κόσμο. Χάλασε την εικόνα του, ως σπουδαίου ασκητού. Κατέστρεψε την πρόσοψη του. Ποιος από μας το κάνει αυτό; Ήταν ταπεινός. Υπεράνω και του σκανδαλισμού. Τον ένοιαζε τι θα πει γι αυτόν ο Θεός κι όχι οι άνθρωποι. 'Οταν το είπα στους φίλους έμειναν άφωνοι...
Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης, Η εύλαλη σιωπή, εκδ. «Εν πλω»


Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

Ο διάβολος ποτέ δεν μπορεί να κάνει καλό!




- Γέροντα, μπορεί ένας μάγος να θεραπεύση κάποιον άρρωστο;
- Μάγος και να θεραπεύση άρρωστο άνθρωπο! Έναν που τραντάζεται από το δαιμόνιο, αυτόν  μπορεί  να  τον  κάνη  καλά  στέλνοντας  το  δαιμόνιο  σε  άλλον.  Γιατί  ο  μάγος  με  τον  διάβολο  είναι  συνέταιροι,  οπότε  λέει  στον  διάβολο:  ''Βγες  από  αυτόν  και  πήγαινε  στον τάδε''. Βγάζει λοιπόν το δαιμόνιο από εκείνον και συνήθως το στέλνει σε κάποιον συγγενή του ή γνωστό του που έχει δώσει δικαιώματα στον  διάβολο. Λέει μετά  αυτός που είχε  το δαιμόνιο:  ''εγώ  υπέφερα,  αλλά  ο  τάδε  μ'  έκανε  καλά'',  και  έτσι  γίνεται  διαφήμιση.  Και γυρίζει τελικά το δαιμόνιο σε συγγενείς ή σε γνωστούς. Αν κάποιος, ας υποθέσουμε, είναι καμπουριασμένος  από  δαιμονική  επήρεια,  μπορεί  ο  μάγος  να  διώξη  το  δαιμόνιο  από εκείνον,  να  το  στείλη αλλού και  να σηκωθή όρθιος  ο καμπούρης. Αν όμως έχη καμπούρα από αναπηρία, δεν μπορεί ο μάγος να τον κάνη καλά.
Μου  είπαν  για  μια  γυναίκα  ότι θεραπεύει  αρρώστους,  χρησιμοποιώντας  διάφορα αγιωτικά. Όταν άκουσα τι κάνει, έμεινα κατάπληκτος από την τέχνη του διαβόλου. Κρατάει έναν σταυρό και ψάλλει διάφορα τροπάρια. Ψάλλει π.χ. το ''Θεοτόκε Παρθένε'' και, μόλις φθάση  στο  ''ευλογημένος  ο  καρπός  της  κοιλίας  σου'', φτύνει  κοντά  στον  σταυρό, βλασφημάει  δηλαδή  τον  Χριστό,  γι'  αυτό  την  βοηθάει  μετά  το  ταγκαλάκι.  Έτσι,  μερικούς που  είναι  άρρωστοι,  έχουν  μελαγχολία  κ.λπ.  από  δαιμονική  επήρεια  και  οι  γιατροί  δεν μπορούν να  τους κάνουν καλά,  αυτή  τους  θεραπεύει,  γιατί  διώχνει  το  δαιμόνιο που προκαλεί το βάρος, το στέλνει σε άλλον, και απαλλάσσονται εκείνοι από την θλίψη. Και πολλοί την  έχουν  για  αγία!  Την  συμβουλεύονται,  και  λίγο-λίγο  βλάπτει  την  ψυχή  τους,  τους καταστρέφει.
Χρειάζεται πολλή προσοχή. Να φεύγη κανείς μακριά από τους μάγους και τα  μάγια, όπως φεύγει μακριά από  την φωτιά και  τα  φίδια. Να  μην  τα  μπλέκουμε  τα πράγματα. Ο διάβολος δεν μπορεί ποτέ να κάνη καλό. Μόνον τις αρρώστιες που προκαλεί ο ίδιος μπορεί να θεραπεύση.
Είχα  ακούσει  το  εξής  περιστατικό:  Ένας  νεαρός  είχε  μπλέξει  με  κάποιον  μάγο  και ασχολήθηκε με μαγικά. Έπαθε μετά ζημιά, αρρώστησε και κατέληξε στο νοσοκομείο. Μήνες ξοδεύτηκε ο πατέρας του,  γιατί δεν είχαν τότε ασφάλεια, για  να βρουν τι έχει. Οι γιατροί δεν  του  έβρισκαν  τίποτε.  Είχε  γίνει  χάλια.  Τι  κάνει  τότε  ο διάβολος!  Του  εμφανίζεται  σαν τον  Τίμιο  Πρόδρομο,  που  τον  είχαν  πολιούχο  στον  τόπο  του,  και  του  λέει:  ''Θα  σε  κάνω καλά, αν ο πατέρας σου χτίση μία εκκλησία''. Το είπε το παιδί στον πατέρα του κι εκείνος ο καημένος είπε: ''παιδί μου είναι, όσα έχω να τα δώσω, αρκεί να γίνη καλά'', και έταξε στον Τίμιο Πρόδρομο να του χτίση εκκλησία. Ο διάβολος έφυγε και το παιδί έγινε καλά. Έκανε το... θαύμα! Όποτε λέει ο πατέρας: ''Εγώ έταξα να χτίσω εκκλησία. Πρέπει να εκπληρώσω το  τάμα  μου''.  Δεν  είχαν  και  οικονομική  άνεση  και,  για  να  χτίση  τον  ναό,  πούλησε  όσα χωράφια είχαν. Έδωσε όλη την περιουσία του. Τα παιδιά του έμειναν στον δρόμο. Αγανάκτησαν, ''να λείψη η Ορθοδοξία'' είπαν, και έγιναν Ιεχωβάδες. Βλέπεις τον διάβολο τι κάνει;
Φαίνεται, εκεί δεν υπήρχαν Ιεχωβάδες και βρήκε αυτός τρόπο να γίνουν κι εκεί Ιεχωβάδες!
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΠΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Γ'
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
"ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ"
ΣΟΥΡΩΤΗ


«Ό,τι λογής έργα σπείρει ο άνθρωπος, τέτοια και θα θερίσει»



Κάποτε ο άρχοντας του τόπου επισκέφθηκε τον αββά Παλλάδιο, γιατί ήθελε να τον δει. Είχε ακούσει βέβαια τα σχετικά μ' αυτόν. και είχε πάρει μαζί του και έναν στενογράφο, στον οποίο έδωσε την εξής εντολή: «Εγώ τώρα μπαίνω να δω τον αββά, εσύ λοιπόν όσα θα μου πει, να τα γράψεις με ακρίβεια».

 Μπαίνει μέσα ο άρχοντας και λέει στον Γέροντα: «Προσευχήσου για μένα, αββά, γιατί έχω πολλές αμαρτίες»«Μόνο ο Ιησούς Χριστός είναι αναμάρτητος» αποκρίνεται ο Γέροντας. Τον ρωτά ο άρχοντας:«Άραγε, αββά, θα τιμωρηθούμε για κάθε αμαρτία;» Κι απαντά ο Γέροντας: «Γράφει στην αγία Γραφή: Εσύ θα ανταποδώσεις στον καθένα σύμφωνα με τα έργα του». «Εξήγησέ μου τον λόγο αυτόν» παρακαλεί ο άρχοντας. «Το νόημά του είναι ολοφάνερο» αποκρίνεται ο Γέροντας, «αλλ' όμως άκουσε και λεπτομερώς. Στενοχώρησες τον πλησίον; Περίμενε από κάποιον να πάθεις το ίδιο. Άρπαξες από τους κατωτέρους σου, γρονθοκόπησες φτωχό, ήσουν προσωπολήπτης σε δικαστήριο, ντρόπιασες, κακολόγησες, συκοφάντησες, είπες ψέματα εναντίον κάποιου, επιβουλεύθηκες την οικογενειακή τιμή των άλλων, ορκίστηκες ψευδόμενος, μετέθεσες όρια πατρικών χωραφιών, πρόσβαλες κτήματα ορφανών, καταστενοχώρησες χήρες, προτίμησες την εδώ πρόσκαιρη ηδονή από τα μελλοντικά αγαθά; Περίμενε την ανταπόδοση αυτών. Γιατί ό,τι λογής έργα σπείρει ο άνθρωπος, τέτοια και θα θερίσει. Και βέβαια εάν έχεις κάνει και κάποια καλά έργα, να περιμένεις να σου ανταποδοθούν κι αυτά πολλαπλάσια, γιατί "Εσύ (ο Θεός) θα ανταποδώσεις στον καθένα σύμφωνα με τα έργα του". Έχοντας στον νου σου, σ' όλη τη διάρκεια της ζωής σου, αυτή την τελική απόφαση, θα μπορέσεις να αποφύγεις τα περισσότερα αμαρτήματα».

«Και τί πρέπει να κάνω, αββά;» ρωτάει ο άρχοντας. «Να συλλογιέσαι -του απαντά ο Γέροντας- τα αιώνια, τα ατελεύτητα, τα συνεχόμενα.... Εκεί είναι χώρα ζώντων που δεν κινδυνεύουν να πεθάνουν εξαιτίας της αμαρτίας, αλλά ζουν την αληθινή ζωή ενωμένοι με τον Χριστό».

 Στέναξε τότε ο άρχοντας και είπε: «Πράγματι, αββά, έτσι είναι όπως τα είπες». και ξεκίνησε να επιστρέψει στο σπίτι του ευχαριστώντας τον Θεό για τη μεγάλη ωφέλεια που πήρε.
* * *
* Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος θα μας πει: «Με τη μετάνοια γίνεται το πλύσιμο του μολυσμού των αισχρών πράξεων. Μετά δε από αυτήν, ακολουθεί η μετοχή του Αγίου Πνεύματος, όχι απλά, αλλά ανάλογα με την πίστη και την διάθεση και την ταπείνωση εκείνων που μετανοούν από όλη τους την ψυχή...»

«Γι' αυτό ο Θεός, επειδή είναι φιλάνθρωπος και οικτίρμων και επειδή θέλει τη σωτηρία μας, τοποθέτησε ανάμεσα σε μας και σ' Εκείνον την εξομολόγηση και τη μετάνοια και έδωσε την εξουσία σε καθένα που θέλει, να ανακαλέσει τον εαυτόν του από την πτώση του και με αυτήν να ξαναμπεί στην προ της πτώσεως κατάσταση και να αποκτήσει οικειότητα με τον Θεό και να βρεθεί μέσα στη δόξα του και στην παρρησία προς αυτόν. Και όχι μόνον αυτό, αλλά και να γίνει πάλι κληρονόμος όλων των αγαθών που μας υποσχέθηκε ή και μεγαλυτέρων ακόμα, εάν θελήσει να επιδείξει θερμή μετάνοια. Γιατί, ανάλογα με τη μετάνοια, θα βρει και την ανάλογη παρρησία και οικειότητα προς τον Θεό κάθε άνθρωπος...».

"Για την ΜΕΤΑΝΟΙΑ,
την μοναδική λύση στα αδιέξοδά μας"
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
http://www.impantokratoros.gr


ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΙΟ ΦΟΒΟ


Αββά Δωροθέου
έργα ασκητικά 
Δ' Διδασκαλία
ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΙΟ ΦΟΒΟ
     47.-. Ο Αγιος Ιωάννης λέει στις Καθολικές Επιστολές: H τέλεια αγάπη φυγαδεύει το φόβο (Α' Ιωάννου 4, 18). Άραγε, τι θέλει μ' αυτό να μας επισημάνει ο Αγιος; Ποια άραγε ονομάζει αγάπη και ποιο φόβο; Ο Προφήτης λέει στον ψαλμό: Φοβήθητε τον Κύριο, πάντες οι άγιοι αυτού (Ψαλμ. 33, 10) και χίλια άλλα παρόμοια βρίσκουμε στις Άγιες Γραφές. Αν λοιπόν και οι άγιοι που τόσο αγαπούν τον Κύριο τον φοβούνται, πως λέει: Η αγάπη φυγαδεύει τον φόβο;Θέλει να μας δείξει ο άγιος ότι είναι δύο είδη φόβων, ένας αρχικός και ένας τέλειος. Και ότι ο μεν ένας είναι χαρακτηριστικό των αρχαρίων, όπως θα λέγαμε, στην πνευματική ζωή, ο δε άλλος είναι χαρακτηριστικό των αγίων που έχουν πια τελειωθεί πνευματικά, αυτών που έφτα­σαν στο μέτρο της άγιας αγάπης. Να, τι θέλω να πω: Κάνει κανείς το θέλημα του Θεού για το φόβο της τιμωρίας. Αυτός, όπως είπαμε, είναι ακόμα ολότελα αρχάριος. Δεν αγωνίζεται για το ίδιο το καλό, αλλά επειδή φοβάται τις τιμωρίες. Άλλος κάνει το θέλημα του Θεού επειδή αγαπάει το Θεό, επειδή χαίρεται ιδιαίτερα με το να είναι η ζωή του ευάρεστη στο Θεό. Αυτός γνωρίζει την ουσία του καλού, αυτός γεύτηκε τι σημαίνει να είναι κανείς ενωμένος με το Θεό. Αυτός είναι εκείνος που έχει αληθινή αγάπη, που ο άγιος την ονομάζει τέλεια. Και αυτή η αγάπη τον οδηγεί στον τέλειο φόβο. Γιατί αυτός φοβάται και κάνει το θέλημα του Θεού, όχι από φόβο για τις τιμωρίες, όχι από φόβο μήπως κολαστεί, αλλά, όπως ακριβώς είπαμε, επειδή γεύτηκε τη γλυκύτητα που δοκιμάζει όποιος είναι ενωμένος με το Θεό, φοβάται μήπως τη χάσει, φοβάται μήπως τη στερηθεί. Αυτός λοιπόν ο τέλειος φόβος, που προέρχεται απ' αυτή την αγάπη, απομακρύνει τον αρχικό φόβο. Και γι' αυτό λέει: Η τέλεια αγάπη φυγαδεύει το φόβο. Είναι όμως αδύνατο να φτά­σει κανείς διαφορετικά στον τέλειο φόβο, παρά μόνο με τον αρχικό.
     48.-. Γιατί υπάρχουν τρία είδη ψυχικών διαθέσεων, όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος, με τα οποία μπορούμε να ευαρεστήσουμε στο Θεό. Δηλαδή,ευαρεστούμε στο Θεό ή επειδή φοβό­μαστε την κόλαση -και τότε βρισκόμαστε στην κατάσταση του δούλου- ή εκπληρώνουμε τις εντολές του Θεού, επειδή επιδιώ­κουμε τα κέρδη που θα πάρουμε σαν μισθό από το Θεό για την προσωπική μας ωφέλεια -και σ' αυτό το σημείο μοιάζουμε με τους μισθωτούς- ή για το ίδιο το καλό και τότε βρισκόμαστε στην κατάσταση του υιού.
Γιατί, όταν ο υιός φτάσει σε ώριμη ηλικία, κάνει το θέλημα του πατέρα του, όχι γιατί φοβάται μήπως τον δείρει, ούτε για να πάρει άπ' αυτόν μισθό, αλλά επειδή τον αγαπάει ιδιαίτερα και τον σέβεται και είναι σίγουρος ότι όλα τα υπάρχοντα του πατέρα του είναι δικά του. Αυτός αξιώνεται ν' ακούσει: Δεν είσαι πια δούλος, αλλά υιός και κληρονόμος του Θεού, δια Χριστού (Γαλ. 4, 7)Αυτός δεν φοβάται πια το Θεό, μ' εκείνον βέβαια τον αρχικό φόβο, αλλά τον αγαπάει, όπως λέει ο Αγ. Αντώνιος: Εγώ δεν φοβάμαι πια το Θεό, αλλά τον αγαπώ. Και ο Κύριος που είπε στον Αβραάμ, μετά την προσφορά του παιδιού του: Τώρα πια βεβαι­ώθηκα ότι φοβάσαι το Θεό (Γεν. 22, 12)εκείνον τον τέλειο φόβο εννοούσε, που έρχεται στην ψυχή από την αγάπη. Γιατί πως θα έλεγε: Τώρα πια βεβαιώθηκα; - Συγχωρά με, Θεέ μου, που θα κάνω αυτή τη σκέψη. Τόσα πολλά έκανε ο Αβραάμ. Υπά­κουσε στο Θεό και άφησε όλα του τα υπάρχοντα και ξενιτεύτηκε σε ξένη γη και σε ειδωλολατρικό έθνος, όπου δεν υπήρχε ούτε ίχνος θεοσέβειας, και πάνω άπ' όλα του έστειλε και το φοβερό πειρασμό της θυσίας του παιδιού του. Και μετά άπ' όλα αυτά του λέει: Τώρα πια βεβαιώθηκα ότι φοβάσαι το Θεό; Είναι ολοφάνερο ότι τον τέλειο φόβο ευνοούσε, αυτόν που έχουν οι Άγιοι. Γιατί δεν κάνουν πια το θέλημα του Θεού από το φόβο της τιμωρίας ή για να πάρουν μισθό, αλλά επειδή αγαπάνε το Θεό, όπως πολλές φορές είπαμε, επειδή φοβούνται να κάνουν κάτι που δεν συμφωνεί με το θέλημα του Αγαπημένου. Και γι' αυτό λέει: Η αγάπη απομακρύνει το φόβο. Γιατί δεν τηρούν πια το νόμο του Θεού από φόβο, αλλά φοβούνται επειδή αγαπάνε.
     49.-. Αυτός είναι ο τέλειος φόβος, αλλά δεν μπορεί κανείς να φτάσει στον τέλειο φόβο, όπως πριν είπαμε, αν δεν αποκτή­σει πρώτα τον αρχικό φόβο. Γιατί λέει:  Η αρχή της σοφίας είναι ο φόβος του Κυρίου (Ψαλμ. 110, 10)Και πάλι λέει: Αρχή και τέλος είναι ο φόβος του Θεού (Παροιμ. 1, 7: 9,10: 22, 4)Αρχή εννοεί τον αρχικό φόβο που τον διαδέχεται ο τέλειος, ο φόβος των αγίων. Ο αρχικός λοιπόν φόβος ταιριάζει στο δικό μας πνευματικό επίπεδο. Αυτός προφυλάσσει την ψυχή από κάθε κακία, όπως το γάνωμα προφυλάσσει το χάλκωμα. Γιατί λέει: Με το φόβο του Κυρίου ξεφεύγει καθένας από κάθε κακό(Παροιμ. 15, 27)Εάν λοιπόν απομακρυνθεί από το κακό, με το φόβο της τιμωρίας, σαν το δούλο που φοβάται το αφεντικό του, φτάνει σιγά-σιγά να κάνει το καλό, και κάνοντας το καλό αρχίζει λίγο-λίγο να ελπίζει και σε κάποια αμοιβή της εργασίας, όπως ακριβώς και ο μισθωτός. Όταν λοιπόν επιμείνει στην αποφυγή του κακού, όπως είπαμε, από φόβο σαν το δούλο, και πάλι, όταν συνεχίσει να κάνει το καλό με την ελπίδα της αμοιβής, όπως ακριβώς ο μισθωτός, παραμένοντας, με τη Χάρη Θεού, στην προσπάθεια του καλού για αρκετό χρονικό διάστημα και προσεγγίζοντας το Θεό, ανάλογα με την πρόοδο του, γεύεται τελικά τη Θεϊκή παρουσία και δεν θέλει πια ν' απομακρυνθεί από το Θεό. Γιατί ποιος μπορεί πια να τον χωρίσει, όπως είπε ο Απόστολος, από την αγάπη του Χριστού; (Ρωμ. 8, 35)Τότε φτάνει στην κατάσταση του υιού και αγαπάει το καλό για το ίδιο το καλό και φοβάται επειδή αγαπάει. Αυτός ακριβώς είναι ο μεγάλος και τέλειος φόβος.
     50.-. Γι' αυτό ο Προφήτης διδάσκοντας μας τη διαφορά αυτών των φόβων έλεγε: Ελάτε, παιδιά μου, ακούστε με, θα σας διδάξω το φόβο του Θεού (Ψαλμ. 33,12)Προσέξτε σε κάθε λόγο του Προφήτη, προσέξτε ότι κάθε λέξη του έχει δύναμη. Πρώτα-πρώτα λέει: Ελάτε κοντά μου, προσκαλώντας μας στην αρετή. Προσθέτει και τη λέξη παιδιά. Παιδιά ονομάζουν οι άγιοι εκείνους που με το λόγο τους μεταμορφώνονται από την κακία στην αρετή, όπως λέει ο Απόστολος: Παιδιά, που για χάρη σας ξαναδοκιμάζω τις ωδίνες του τοκετού, μέχρι να μορ­φωθεί ο Χριστός μέσα σας (Γαλ. 4, 19)Μετά, αφού μας προ­σκάλεσε και μας παρακίνησε για μια τέτοια μεταμόρφωση, λέει: Θα σας διδάξω το φόβο του Κυρίου. Βλέπετε την παρρησία του Αγίου; Εμείς όταν θέλουμε να πούμε κάτι καλό, πάντα λέμε: Θέλετε να μιλήσουμε λίγο και να εμβαθύνουμε στο τι σημαίνει φόβος του Θεού ή κάποια άλλη αρετή; Ο Άγιος όμως δεν μίλησε έτσι, αλλά με παρρησία έλεγε: Έλατε, παιδιά μου, ακούστε με, θα σας διδάξω το φόβο του Θεού. Ποιος είναι εκείνος ο άνθρωπος, που θέλει να ζήσει, που επιθυμεί να δει καλές ημέρες (Ψαλμ. 33, 13)Μετά σαν κάποιος ν' απάντησε: Εγώ θέλω. Μάθε με πως να ζήσω, ώστε να δω καλές ημέρες, τον διδάσκει λέγοντας: Σταμάτησε τη γλώσσα σου να λέει ανάρμοστα λόγια και τα χείλη σου να μιλάνε με τρόπο δόλιο (Ψαλμ. 33, 14)Να, αμέσως κόβει την ενέργεια του κακού με το φόβο του Θεού. Το να σταματήσεις τη γλώσσα σου να λέει ανάρμοστα λόγια, σημαίνει να μην πληγώσεις με κάποιο λόγο τη συνείδηση του πλησίον, να μην κακολογήσεις, να μην κάνεις κανέναν να οργιστεί. Το δε τα χείλη σου να μη μιλάνε με τρόπο δόλιο σημαίνει να μην εξαπατήσεις τον πλησίον.
Μετά προσθέτει: Απομακρύνσου από το κακό. Ανέφερε πρώτα μερικές αμαρτίες, την καταλαλιά, τη δολιότητα, και συμ­πλήρωσε γενικά για κάθε άλλη κακία το απομακρύνσου από το κακό. Δηλαδή, μ' ένα λόγο, απόφυγε κάθε κακό, απομακρύνσου από κάθε πράγμα που οδηγεί στην αμαρτία. Και δεν είπε μόνον αυτό και σιώπησε αλλά πρόσθεσε: Κάνε το καλό. Γιατί πολλές φορές δεν κάνει κανείς το κακό, άλλ' όμως δεν κάνει ούτε καλό. Δεν αδικεί, όμως ούτε και ελεεί. Δεν μισεί, όμως ούτε αγαπάει. Καλά λοιπόν είπε ο Προφήτης: Απομακρύνσου από το κακό και κάνε το καλό. Έτσι μας δείχνει με τη σειρά τις τρεις εκείνες καταστάσεις που προείπαμε. Με το φόβο δηλαδή του Θεού οδηγεί την ψυχή μακριά από το κακό και την παρο­τρύνει να ανυψωθεί στο χώρο του καλού. Γιατί, αν αξιωθεί κανείς να σταματήσει να κάνει το κακό και ν' απομακρυνθεί άπ' αυτό, με φυσικό τρόπο πια κάνει το καλό, με την καθοδή­γηση των αγίων. Αφού είπε πολύ καλά αυτά, στη συνέχεια πρό­σθεσε: Ζήτησε την ειρήνη και επιδίωξε την, και δεν είπε: Ζήτησε μόνον, αλλά κυνήγησε την για να την αποκτήσεις.
     51.-. Προσέξτε πολύ αυτό το ρητό και παρατηρήστε την ακρίβεια του Αγίου. Όταν αξιωθεί κανείς ν' απομακρυνθεί από το κακό και αγωνιστεί, με τη Χάρη του Θεού, να κάνει συνέχεια το καλό αμέσως αρχίζουν οι εχθροί του να τον πολε­μούν. Αγωνίζεται λοιπόν, κοπιάζει, συντρίβεται, όχι μόνον επειδή φοβάται να μην ξαναγυρίσει στο κακό, όπως είπαμε για το δούλο, αλλά ελπίζοντας ότι θα πάρει το μισθό του για το καλό, όπως ακριβώς ο μισθωτός. Με το να πολεμιέται λοιπόν και να πολεμάει και να κτυπιέται με τον εχθρό, κάνει το καλό, αλλά με πολλή θλίψη, με πολλή συντριβή. Όταν λοιπόν πάρει βοήθεια από το Θεό και αρχίζει να συνηθίζει να κάνει το καλό, τότε βλέπει την ανάπαυση, τότε γεύεται προοδευτικά την ειρήνη, τότε αισθάνεται ποια είναι η θλίψη του πολέμου και ποια η χαρά και η ευφροσύνη της ειρήνης. Τότε λοιπόν τη ζητάει, αγωνίζεται και την καταδιώκει τρέχοντας για να την κερδίσει, για να την κατακτήσει τέλεια, για να την εγκαταστήσει στην ψυχή του. Ποιος λοιπόν είναι πιο μακάριος από την ψυχή εκείνη, που αξιώθηκε να φτάσει σ' αυτό το μέτρο; Αυτός, όπως πολλές φορές είπαμε, βρίσκεται στην κατάσταση του υιού. Γιατί, πρα­γματικά, είναι μακάριοι αυτοί που επιδιώκουν την ειρήνη. Γιατί αυτοί θα ονομαστούν παιδιά του Θεού (Ματθ. 5, 9)Ποιος λοι­πόν μπορεί να πείσει πλέον την ψυχή εκείνη να κάνει το καλό για κάποιον άλλο λόγο, εκτός από την απόλαυση αυτού του ίδιου του αγαθού; Ποιος άλλος γνωρίζει αυτή τη χαρά, παρά εκείνος που τη γεύτηκε; Τότε αυτός γνωρίζει, όπως πολλές φορές είπαμε, τον τέλειο φόβο.
Ακούσαμε λοιπόν ποιος είναι ο τέλειος φόβος των αγίων και ποιος είναι ο αρχικός φόβος της δικής μας καταστάσεως και από που ξεκινάει κανείς και που φτάνει με το φόβο του Θεού. Τώρα λοιπόν μας απομένει να μάθουμε το πως έρχεται ο φόβος του Θεού και να πούμε ποια είναι αυτά που μας αποξενώνουν άπ' αυτόν.
     52.-. Είπαν οι Πατέρες ότι ο άνθρωπος αποκτάει το φόβο του Θεού: Με τη διαρκή μνήμη του θανάτου και των τιμωρι­ών. Με το να έρευνα τον εαυτό του, κάθε βράδυ, πως πέρασε την ημέρα, και κάθε πρωί πάλι, πως πέρασε τη νύκτα. Με το να μην έχει παρρησία. Με το να ζήσει με κάποιον άλλον άνθρωπο που πραγματικά φοβάται το Θεό. Γιατί λέγεται ότι ρώτησε '=ένας αδελφός κάποιον από τους Γέροντες: Τι να κάνω, πάτερ, για να φοβάμαι το Θεό; Και του λέει ο Γέροντας: Πήγαινε να ζήσεις μαζί με κάποιον που φοβάται το Θεό, και καθώς εκείνος θα ζει το φόβο του Θεού, θα μάθεις και συ πως να Τον φοβάσαι.
Διώχνουμε δε το φόβο του Θεού μακριά μας κάνοντας όλα τα αντίθετα άπ' αυτά που αναφέραμε, δηλαδή με το να μην έχουμε μνήμη θανάτου και των τιμωριών, να μην προσέχουμε τους εαυτούς μας, να μην εξετάζουμε πως περάσαμε, αλλά να ζούμε αδιάφορα και μ' αδιάφορους πνευματικά να συναναστρε­φόμαστε, και ακόμα έχοντας παρρησία. Αυτό είναι χειρότερο άπ' όλα. Αυτό είναι τέλειος αφανισμός. Γιατί, τι άλλο διώχνει μακριά από την ψυχή το φόβο του Θεού, όπως η παρρησία; Γι' αυτό, όταν ρώτησαν τον αββά Αγάθωνα για την παρρησία, είπε ότι μοιάζει με μεγάλο καύσωνα, που όταν έλθει, όλοι τρέχουν να κρυφτούν και που καταστρέφει τους καρπούς των δέντρων. Βλέπετε, αδελφοί μου, τι δύναμη έχει το πάθος; Βλέπετε τι οργή; Και όταν τον ξαναρώτησαν: Πραγματικά, είναι τόσο φοβερή αμαρτία, η παρρησία; Απάντησε: Δεν υπάρχει χειρότερο πάθος από την παρρησία, γιατί αυτη είναι η μητέρα όλων των παθών. Πολύ καλά και με πολλή σύνεση είπε ότι είναι μητέρα όλων των παθών, επειδή αυτή διώχνει το φόβο του Θεού από την ψυχή. Γιατί, αν με το φόβο του Κυρίου απομακρύνεται κανείς από κάθε κακό, οπωσδήποτε όπου δεν υπάρχει φόβος Θεού, εκεί βρίσκεται κάθε πάθος. Ο Θεός να γλυτώσει τις ψυχές μας από το καταστροφικό πάθος της παρρησίας.
     53.-. Και η παρρησία εκφράζεται με πολλούς τρόπους. Παρρη­σιαζεταί κανείς και με τα λόγια και με την αφή και με το βλέμμα. Φτάνει κανείς από την παρρησία και στην αργολογία, και στο να κουβεντιάζει για κοσμικά πράγματα και στο να κάνει αστεία και να προξενεί άσεμνα γέλια. Παρρησία είναι το να αγγίζεις κάποι­ον χωρίς να υπάρχει ανάγκη, το να απλώσεις το χέρι σου σε κάποιον για ν' αστειευτείς, το να σπρώξεις κάποιον ή να του αρπάξεις κάτι, το να κοιτάζεις κάποιον με αναίδεια. Αυτά όλα τα γεννάει η παρρησία. Αυτά όλα γίνονται γιατί δεν υπάρχει στην ψυχή φόβος Θεού. Και άπ' αυτά φτάνει κανείς σιγά-σιγά και σε τέλεια καταφρόνηση . Γι' αυτό, όταν παρέδιδε ο Θεός τις εντολές του νόμου, έλεγε: Κάνετε ευλαβείς τους υιούς του Ισραήλ(Λευίτ. 15, 31)Γιατί χωρίς την ευλάβεια ούτε τον ίδιο το Θεό δεν τιμάει κανείς, ούτε καν δίνει προσοχή, έστω και μια φορά, σ' οποιαδήποτε εντολή. Γι' αυτό δεν υπάρχει τίποτα πιο επιζήμιο από την παρρησία. Γι' αυτό είναι η μητέρα όλων των παθών, επειδή απομακρύνει την ευλάβεια, επειδή διώχνει το φόβο του Θεού, επειδή γεννάει την καταφρόνηση.
Επειδή έχετε παρρησία μεταξύ σας, γι' αυτό και δεν έχετε σεβασμό και μιλάτε άσχημα και πληγώνετε ο ένας τον άλλο. Και αν ένας σας δει κάτι που δεν ωφελεί, φεύγει, το κουβεντιάζει και το βάζει στην καρδιά άλλου αδελφού. Και δεν βλάπτεται μόνον αυτός, αλλά βλάπτει και τον αδελφό του, βάζοντας στην καρδιά του το θανατηφόρο σπέρμα του κακού. Και ενώ πολλές φορές έχει το νου του στην προσευχή ή σε κάποιο άλλο καλό πράγμα, πάει ο άλλος και του δίνει θέμα ν' απασχολείται, και όχι μόνον εμποδίζει την πνευματική του ωφέλεια, αλλά του φέρνει και πειρασμό. Και δεν υπάρχει τίποτα ποιο βαρύ, τίποτα πιο κατα­στρεπτικό, από το να κάνει κανείς κακό, όχι μόνον στον εαυτόν του, αλλά και στους άλλους.
      54.-. Ας έχουμε ευλάβεια, αδελφοί μου, ας φοβόμαστε την καταστροφή, τη δική μας και των άλλων. Ας τιμούμε ο ένας τον άλλον και ας προσέχουμε ώστε ούτε να σηκώνουμε τα μάτια μας στα πρόσωπα των άλλων. Γιατί και αυτό, όπως είπε κάποιος από τους Γέροντες, είναι είδος παρρησίας.
Και αν κάποτε συμβεί και δει κανείς τον αδελφό του ν' αμαρτάνει, ούτε να τον αποστραφεί και να σιωπήσει και να τον αφήσει να καταστραφεί, ούτε πάλι να τον βρίσει και να τον καταληλήσει, αλλά με συμπάθεια και φόβο Θεού ν' αναφέρει το γεγονός σε κάποιον που είναι σε θέση να τον διορθώσει, ή να του μιλήσει ο ίδιος με αγάπη και ταπείνωση λέγοντας: Συγχώρε­σε με, αδελφέ μου, γιατί σαν άνθρωπος που δεν έχω μάθει να βλέπω τα χάλια μου, παρατηρώ ότι ίσως δεν κάνουμε καλά αυτό εδώ το πράγμα. Και αν δεν τον ακούσει, ας το πει σε άλλον, σ' όποιον η συνείδησή του τον πληροφορεί ότι είναι ευλαβής. Ας το πει στον προεστώτα του ή στον ηγούμενο, ανάλογα με το μέγεθος του σφάλματος, και ας ησυχάσει. Αλλά, όπως είπαμε, να το πει με σκοπό να διορθώσει τον αδελφό του και όχι για φλυαρία ή για καταλαλιά ή για εξουδενωσή του, χωρίς να θέλει να τον διαπομπεύσει, χωρίς να τον κατακρίνει,χωρίς να προφασίζεται ότι δήθεν θέλει να τον διορθώσει, έχοντας μέσα του κάποια κακή πρόθεση άπ' όσες ανέφερα. Γιατί πραγματικά, και στον ίδιο το Γέροντα του αν πει κανείς κάτι, χωρίς να έχει την πρόθεση να διορθώσει τον πλησίον ή γιατί ο ίδιος σκανδαλίστη­κε, είναι αμαρτία, είναι καταλαλιά. Αλλ' ας εξετάσει την καρ­διά του και αν έχει κάποια εμπαθή τάση, να μην το πει. Αν όμως παρατηρεί με ακρίβεια μέσα του ότι πραγματικά από συμπάθεια και για την ωφέλεια του πλησίον θέλει να το πει, τον ενοχλεί όμως και κάποιος λογισμός μέσα του εμπαθής, να αναφέρει στο Γέροντα με ταπείνωση και το δικό του αμάρτημα και του πλησί­ον λέγοντας: Η μεν συνείδηση μου με πληροφορεί ότι θέλω να το πω για τη διόρθωση του αδελφού, αλλά αισθάνομαι ότι μέσα μου έχει μπλεχτεί και κάποιος λογισμός, είτε γιατί είχα κάποτε κάτι εναντίον του αδελφού, είτε γιατί κάποιος απατηλός λογι­σμός θέλει να μ' εμποδίσει να το πω και να διορθωθεί, δεν ξέρω. Και τότε ο Γέροντας θα του πει αν πρέπει να το πει ή όχι.
Πολλές φορές λέει κανείς κάτι χωρίς να έχει σκοπό ούτε να ωφελήσει τον αδελφό του, ούτε να εξομολογηθεί το σκανδαλισμό του, ούτε επειδή έχει κάποια μνησικακία, αλλά έτσι απλά στη συζήτηση, από διάθεση αργολογίας. Και τι χρειάζεται αυτή η φλυαρία; Πολλές φορές μάλιστα, μαθαίνει ο αδελφός ότι έλεγε γι' αυτόν και ταράζεται και θλίβεται και μεγαλώνει το κακό. Γιατί όταν λέει κανείς κάτι μόνο και μόνο για να ωφεληθεί ο άλλος, δεν επιτρέπει ο Θεός να ταραχθεί, δεν αφήνει να επακο­λουθήσει καμιά θλίψη και βλάβη.
     55.-. Αγωνιστείτε λοιπόν όπως είπαμε, να φυλάτε τη γλώσ­σα σας, να μη λέει κανείς σας κακό για τον πλησίον, ούτε να πληγώνει κανέναν με λόγο ή έργο ή με κίνηση ή μ' οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Ούτε να είσαστε ευέξαπτοι, ώστε, όταν ακούσει κανείς σας από τον αδελφό του ένα λόγο, να θυμώνει ή να απαντάει και αυτός άσχημα ή να παραμένει θλιμμένος μαζί του. Αυτά δεν είναι σημάδια αυτών που αγωνίζονται. Αυτά δεν τα κάνουν όποιοι θέλουν να σωθούν.
Αποκτήστε το φόβο του Θεού, αλλά με ευλάβεια, ώστε, όταν συναντιόσαστε, να σκύβει καθένας το κεφάλι του μπροστά στον αδελφό του, όπως είπαμε, ταπεινώνοντας τον εαυτόν του, μπρο­στά στο Θεό και μπροστά στον αδελφό του και κόβοντας για χατήρι του το θέλημα του. Πραγματικά είναι αξιέπαινο πράγμα το να παραχωρεί κάποιος διακονητής τη θέση του στον αδελφό του και να τον προτιμάει. Ωφελείται αυτός που την παραχώρη­σε περισσότερο από τον άλλο. Εγώ δεν θυμάμαι να έκανα τίποτα καλό, άλλ' αν πάντοτε με σκέπασε η Χάρη του Θεού, άπ' αυτό ξέρω ότι με σκέπασε, δηλαδή από το ότι ποτέ δεν προτίμησα τον εαυτό μου από τον αδελφό μου, αλλά πάντα έβαζα πρώτο τον αδελφό μου.
     56.-. Όταν ακόμα βρισκόμουν στο Μοναστήρι του αββά Σερίδου, αρρώστησε ο διακονητής του Γέροντα, του αββά Ιω­άννη, που ήταν υποτακτικός του αββά Βαρσανουφίου, και μου έδωσε ευλογία ο Γέροντας μου να υπηρετήσω εγώ τον άρρωστο Γέροντα. Και φιλούσα με τέτοιο τρόπο την πόρτα του κελλιού του άπ' έξω, όπως ακριβώς προσκυνάει κανείς τον Τίμιο Σταυ­ρό. Πόσο μάλλον ήμουν ευτυχισμένος να τον υπηρετώ! Γιατί ποιος δεν θα 'θελε ν' αξιωθεί να διακονήσει έναν τέτοιον άγιο; Μι­λούσε μάλιστα και πολύ θαυμαστά και κάθε μέρα, πάντα αφού τελείωνα τη διακονία μου, του έβαζα μετάνοια για να πάρω την ευχή του να φύγω, και πάντοτε μου έλεγε κάτι. Γιατί ο Γέροντας είχε τέσσερις λόγους. Και, όπως είπα, κάθε βράδυ, όταν επρόκει­το ν' αναχωρήσω, μου έλεγε οπωσδήποτε έναν από αυτούς τους τέσσερις και μιλούσε έτσι: Πάνω άπ' όλα, αδελφέ μου -γιατί έτσι συνήθιζε ο Γέροντας σε κάθε λόγο να χρησιμοποιεί αυτή τη φράση- ο Θεός να φυλάξει την αγάπη. Είπαν οι Πατέρες: Το να προσέξει κανείς να μην σκανδαλίσει τη συνείδηση του πλησί­ον, γεννάει την ταπεινοφροσύνη. Το άλλο βράδυ μου έλεγε: Πάνω άπ' όλα, αδελφέ μου, ο Θεός να φυλάξει την αγάπη. Είπαν οι Πατέρες: Ποτέ δεν έβαλα το θέλημα μου, εμπρός από το θέλημα του αδελφού μου. Άλλοτε πάλι έλεγε: Πάνω άπ' όλα, αδελφέ μου, ο Θεός να φυλάξει την αγάπη. Είπαν οι Πατέ­ρες: Φεύγε από τα ανθρώπινα και σώζου. Πάλι έλεγε: Πάνω άπ' όλα, αδελφέ μου, ο Θεός να φυλάξει την αγάπη. Να σηκώνει ο ένας τα βάρη του άλλου και έτσι ν' αναπληρώσετε το νόμο του Χριστού (Γαλ. 6, 2).
Πάντοτε κάτι άπ' αυτά τα τέσσερα θα μου ' δινε σαν προτρο­πή, όταν κάθε βράδυ έφευγα, σαν να μου'δινε εφόδια, και έτσι τα είχα προστασία σ' όλη μου τη ζωή. Και όμως παρόλο ότι είχα τόση ανάπαυση κουτά στον άγιο και τέτοια διάθεση να τον διακονώ, μόνο με το να αισθάνομαι ότι κάποιος αδελφός θλιβό­ταν, ζητώντας και αυτός να τον διακονήσει, πήγαινα στον ηγού­μενο και τον παρακαλούσα λέγοντας: Είναι καλύτερα, αν ευλο­γείτε, αυτός ο αδελφός να διακονεί το Γέροντα. Και δεν μου έδωσε ευλογία, ούτε ο ηγούμενος, ούτε ο ίδιος ο Γέροντας. Πλην όμως τότε εγώ έκανα ό,τι μπορούσα να προτιμηθεί ο αδελφός. Και ενώ πέρασα εκεί εννέα χρόνια, δεν θυμάμαι να μίλησα άσχημα σε κανέναν, αν και ήμουνα πάντοτε σε διακονία -για να μην νομίζει κανείς ότι έγώ δεν βρέθηκα σε περιστάσεις που θ' απαιτούσαν να πω κάποιο λόγο.
     57.-. Και πιστέψτε με, θυμάμαι ότι με ακολούθησε ένας αδελφός από το νοσοκομείο μέχρι την εκκλησία βρίζοντας με, και εγώ περπατούσα μπροστά του, χωρίς να του πω ούτε μια λέξη, αλλά και όταν το έμαθε ο Γέροντας -δεν ξέρω ποιος του τ0 είπε,  και θέλησε να τον επιτιμήσει, εγώ έπεσα στα πόδια του λέγοντας: Μη, για την αγάπη του Κυρίου, εγώ έσφαλα, τι φταίει ο αδελφός; Και κάποιος άλλος πάλι, είτε από πειρασμό, είτε από απλότητα -ο Θεός ξέρει από τι- για μεγάλο χρονικό διάστημα ουρούσε τη νύκτα στο προσκέφαλο μου, ώστε να βρέχονται και αυτά τα στρωσίδια μου. Παρόμοια και μερικοί άλλοι αδελφοί έρχονταν κάθε μέρα και τίναζαν τις ψάθες τους μπροστά στο κελλί μου και παρατηρούσα τόσο πλήθος κοριών να μπαίνουν στο κελλί μου, ώστε να μην προλαβαίνω να τους σκοτώνω, γιατί ήταν πάρα πολλοί από την πολλή ζέστη. Όταν λοιπόν πήγαινα να κοιμηθώ, μαζεύονταν όλοι οι κοριοί πάνω μου. Και μ' έπαιρ­νε μεν ο ύπνος από την πολλή κούραση, όταν όμως σηκωνόμου­να από τον ύπνο, έβλεπα όλο μου το σώμα καταφαγωμένο. Και ποτέ δεν είπα σε κανέναν άπ' αυτούς:Μην κάνεις έτσι ή γιατί το κάνεις αυτό; Ούτε θυμάμαι ποτέ τον εαυτό μου, όπως προείπα, να είπε κάποιο λόγο και να πλήγωσε ή να λύπησε κανέναν.
Μάθετε και σεις να υπομένετε ο ένας τα βάρη του άλλου (Γαλ. 6, 2), μάθετε να έχετε σεβασμό μεταξύ σας. Και αν ακόμα ακούσει κανένας σας από κάποιον ένα λόγο, που δεν τον ευχα­ριστεί, ή αν πάθει κάτι παρά τη θέλησή του, να μην το πάρει αμέσως κατ' άκαρδα, να μην ερεθιστεί, και σε καιρό που προσφέ­ρεται για αγώνα και ωφέλεια, βρεθεί να έχει την καρδιά του χαλαρωμένη, ασυλλόγιστη, αδύναμη, ανίκανη να δεχτεί οποια­δήποτε προσβολή, όπως ακριβώς το πεπόνι, που και μικρό πετραδάκι να το εγγίσει, αμέσως τραυματίζεται και σαπίζει. Αλλά να έχετε καλύτερα σταθερή καρδιά, να έχετε μακροθυμία, για να νικάει η μεταξύ σας αγάπη όλα όσα συμβαίνουν.
     58.-. Και αν έχει κανείς μια διακονία ή αν τύχει και θέλει να ζητήσει κάτι από τον κηπουρό, είτε από τον κελλαρίτη, είτε από το μάγειρο, είτε μ' ένα λόγο από οποιονδήποτε συνδιακονητή του, να φροντίζει, και αυτός που ζητάει την υπηρεσία και ο διακονητής που την εκτελεί, να διατηρήσουν, πάνω άπ' όλα, την ευπροσήγορη και ειρηνική κατάσταση τους. Και ποτέ να μην αφήνουν τους εαυτούς τους να παρεκκλίνουν από την εντολή του Θεού και να τραπούν είτε σε ταραχή, είτε σε αντιπάθεια ή προσπάθεια, ή σ' οποιοδήποτε θέλημα ή δικαίωμα τους. Άλλ' ό,τι και αν συμβεί μικρό ή μεγάλο, ας το περιφρονήσει και ας αδιαφορήσει. Η αδιαφορία βέβαια είναι κακό πράγμα. Ούτε όμως πάλι είναι καλό να προτιμήσει ν' ασχοληθεί μ' αυτό που θα του συμβεί και να χάσει την ειρήνη του, ώστε να ζημιωθεί η ψυχή του. Γιατί σ' όποια διακονία και αν βρεθείτε, και αν ακόμα είναι πολύ βιαστική και σπουδαία, δεν θέλω να κάνετε τίποτα με φιλονικία, τίποτα με ταραχή, αλλά να είσαστε βέβαιοι ότι κάθε έργο που κάνετε, είτε μεγάλο είναι, είτε μικρό, όπως προείπα, είναι το ένα όγδοο άπ' αυτό που μας ζητιέται. Το να διατηρήσε­τε όμως την ειρήνη σας -και αν ακόμα συμβεί ν' αποτύχετε στο διακόνημα από την υποχώρηση που θα κάνετε- είναι τα τέσσε­ρα όγδοα, δηλαδή το μισό από το ζητούμενο. Βλέπετε πόση διαφορά υπάρχει;
     59.-. Όταν λοιπόν κάνετε κάτι, αν θέλετε να το κάνετε τέ­λειο και ολόκληρο, φροντίστε και αυτό να το κάνετε τέλειο -πράγμα που είναι, όπως είπα, το ένα όγδοο- και την εσωτερι­κή σας κατάσταση να φυλάξετε αβλαβή - πράγμα που είναι τα τέσσερα όγδοα. Αν όμως τύχει ανάγκη και παρασυρθείτε και παραβείτε αυτή την εντολή και βλαβείτε ή βλάψετε, δεν είναι συμφέρον, επειδή πρέπει να τελειωθεί η διακονία, να χάσετε τα τέσσερα όγδοα, δηλαδή την ειρήνη σας, μόνο και μόνο για να φυλάξετε το ένα όγδοο, δηλαδή την τελειότητα του έργου. Αν δείτε και κάνει κανείς κάτι τέτοιο, να είσαστε βέβαιοι ότι δεν κάνει το διακόνημα του με επίγνωση. Γιατί ή από κενοδοξία ή από ανθρωπαρέσκεια επιμένει φιλονικώντας και κολάζοντας τον εαυτόν του και τον πλησίον, για ν' ακούσει μετά άπ' αυτά ότι κανείς δεν μπόρεσε να τον νικήσει. Άλλοίμονο! Μεγάλο κατόρθωμα! Δεν είναι αυτή νίκη, αδελφοί μου, αυτή είναι ζημιά, αυτή είναι απώλεια. Σάς δίνω εντολή, ότι, και αν έγώ στείλω κάποιον από σας σ' οποιαδήποτε διακονία και δει να ξεσηκώνε­ται ταραχή ή οποιαδήποτε άλλη βλάβη, να σταματήσει. Και ποτέ να μην βλάψετε τους εαυτούς σας ή τους άλλους, αλλά να σταματήσει η δουλειά. Να μην γίνει. Μόνον μην ταράζεσθε. Επειδή, όπως είπα, κάνοντας έτσι, χάνετε τα τέσσερα όγδοα για να κερδίσετε το ένα όγδοο. Αυτό είναι ολοφάνερος παραλογι­σμός.
     60.-. Αυτά σάς τα λέω όχι για να μικροψυχείτε αμέσως και να σταματάτε τις διακονίες ή ν' αδιαφορείτε και να πετάτε δια μιας τα πράγματα και να καταπατάτε τη συνείδηση σας, επειδή θέλετε να ζείτε αμέριμνα. Ούτε πάλι για να παρακούετε και να λέει καθένας σας: Δεν μπορώ να το κάνω αυτό, γιατί βλάπτο­μαι, δεν είναι στα μέτρα μου. Γιατί μ' αυτήν την πρόφαση δεν θα κάνετε ποτέ καμιά διακονία, ούτε ποτέ θα μπορέσετε να τηρήσετε την εντολή του Θεού. Αλλά σας το λέω, για να βάζετε όλη τη δύναμη σας, ώστε να κάνετε με αγάπη κάθε διακονία σας, με ταπεινοφροσύνη, υπακούοντας, τιμώντας, παρηγορών­τας ο ένας τον άλλο. Τίποτα δεν είναι πιο δυνατό από την ταπεινοφροσύνη. Αν όμως δει κανείς κάποια στιγμή τον πλησί­ον ή τον εαυτόν του να θλίβεται, σταματήστε, υποχωρήστε, μην επιμένετε μέχρι σημείου που να επακολουθήσει και πνευματική βλάβη. Γιατί είναι καλύτερα, χίλιες φορές το λέω, να μη γίνει η δουλειά όπως θέλετε, αλλά όπως βολεύει, και όχι από ισχυρογνωμοσύνη ή από δικαίωμα, και αν ακόμα είναι ολοφάνερο ότι η υποχώρηση αυτή θα σας ταράξει ή θα θλίψει τους άλλους και χάσετε έτσι τα τέσσερα όγδοα. Γιατί υπάρχει πολλή διαφορά στη ζημιά. Πολλές φορές μάλιστα συμβαίνει και να χάνει κανείς το ένα όγδοο, και να μην καταφέρνει απολύτως τίποτα. Αυτές είναι οι συνέπειες των φιλονικιών. Αυτήν την αρχή να τηρήσου­με. Δηλαδή, όλα τα έργα που κάνουμε να τα κάνουμε με σκοπό να ωφεληθούμε άπ' αυτά. Ποια όμως ωφέλεια προκύπτει, όταν δεν ταπεινώνουμε τον εαυτό μας ο ένας στον άλλο; Αλλά αντίθετα συγχύζουμε και στενοχωρούμε ο ένας τον άλλο; Και ξέρετε αυτό που λέει το Γεροντικό: Από τον πλησίον εξαρτά­ται η ζωή και ο θάνατός μας.

Να τα μελετάτε πάντα μέσα σας αυτά, αδελφοί μου, να εντρυφάτε στα λόγια των αγίων Γερόντων, να φροντίζετε με αγάπη και φόβο Θεού να ζητάτε την ωφέλεια τη δική σας και των άλλων. Έτσι μπορείτε να βοηθιέστε άπ' όλα όσα συμβαί­νουν και να προοδεύετε, με τη Χάρη του Θεού. Αυτός δε ο φιλάνθρωπος Θεός μας να σας χαρίσει το φόβο Του. Γιατί λέει η Αγία Γραφή: Να φοβάσαι το Θεό και να τηρείς τις εντολές Του. Γιατί μόνο μέσα σ' αυτό το σχήμα βρίσκει και ολοκληρώνει τον προορισμό του κάθε άνθρωπος. (Εκκλ. 12, 13).