Gold Cross

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

OI ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΟΜΟΛΟΓΟΥΝ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ!


ΑΞΙΩΣΕΙΣ του διαβόλου

Ομιλώντας το δαιμόνιο προς τον Θεόν δια τον αμαρτωλό λέγει:
«Βλέπεις πόσον αγαπά εσένα καί πόσον αγαπά εμένα; Αρα δεν είναι με το δικό σου μέρος, αλλά με το δικό μου. Τα έργα του είναι έργα μου. Ουδεμία σχέση έχουν με το ιδικό Σου θεϊκό θέλημα.
Οι αυθάδεις αυτές αξιώσεις του διαβόλου έναντι του Θεού είναι αποτέλεσμα των δικών μας πράξεων. Ό διάβολος είναι ό κατήγορος μας προς τον Θεόν.
Από τον Θεόν ό διάβολος απαιτεί να του παραχωρήσει άδεια καταλήψεως του ανθρώπου, διότι τα έργα μας δεν είναι του Θεού, αλλά του διαβόλου. Κύριε σώσον ημάς. «Κύριε μη, απόρριψης ημάς από του προσώπου Σου..,». (Ψαλμ. 50, 13).

Ο λειτουργός του Θεού καί οι ΜΑΓΟΙ.

«Δι αυτούς, λέγει το πονηρό δαιμόνιον πού τους Έχω εγώ καί κάνουν τα μαγικά μου, να προσεύχεσαι πάντοτε καί ουδέποτε να τους καταράσαι. Διότι αν για σας Εκείνη (εννοεί την Παναγία μας) κλαίει μίαν φοράν, δια τους μάγους κλαίει δύο φοράς, διότι γνωρίζει πού θα πάνε».
Το θλιβερό κατάντημα των μάγων δεν δύναται ανθρώπινος νους να το συλλαβή. Σύμβουλοι στο παρόντα κόσμον καί σύμμαχοι καί όργανα των μάγων είναι οι δαίμονες με ανταλλαγή την αίώνιον καί άθάνατον ψυχήν του καθ' ενός, πού μεταχειρίζεται την μαγεία. Πόσον, αλήθεια, πόσον πρέπει ό κάθε πιστός να προσεύχεται για αυτούς τους δυστυχείς ανθρώπους.
Όταν ό κύριος προσηύχετο δια τους σταυρωτάς Του έδωκε παράδειγμα προς μίμησιν εις ημάς. Όπως εκείνοι δεν γνώριζαν Τι έπρατταν, καί οι μάγοι «ουκ οίδασι Τι ποιούσι».

Οι απειλές του διαβόλου κατά του πολεμούντος αυτόν

«Τα έβαλες εναντίον ολοκλήρου της κολάσεως. 'Αλλά καί εμείς δεν μένομεν ήσυχοι. Όπως μας καίεις, εδώ εις την γήν καθημερινώς, έτσι σου καίωμε καί εμείς το όνομα σου εις την κόλασιν».
Ο πολέμων τον διάβολο πρέπει να γνωρίζη, ότι απέναντι του υπάρχει ό διάβολος, εχθρός αόρατος, πού έχει μόνον ένα σκοπό: Να εμβάλλει φόβον. Κύριε δώσε μας την χάριν Σου, «ίνα ό φοβερός φοβηθεί και φυγή καί ό φοβίζων καί απειλών ημάς φοβούμενος φανή.»

Ή μυστηριώδης «ΣΥΝΥΠΑΡΞΗΣ» Θεού καί διαβόλου

- «Όπως καί οσα αν σου περιγράψω - ομολογεί το πνεύμα το ακάθαρτων -είναι αδύνατον να συλλάβεις Τι υποφέρομε εμείς οι δαίμονες, όταν αυτή ή φωτιά συναντηθεί με μας μέσα του». (Εννοεί ό πονηρός διάβολος στον ασθενή καί οχλούμενον υπό των ακαθάρτων πνευμάτων).
Αν ανάψουν όλα τα πετρέλαια της οικουμένης καί όλα τα πετρέλαια της Αραβίας, δεν φθάνουν την φωτιά, πού μας κατακαίγει όταν κοινωνεί αυτός...», (εννοεί ό δαίμονας το δαιμονισμένο άτομο).
Η μυστηριώδης «ΣΥΝΥΠΑΡΞΗΣ» του Θεού μετά του διαβόλου μέσα εις τον ασθενή είναι μέγα πρόβλημα. Ποία σχέσης φωτός καί σκότους; Θεού καί Βελίαρ; Καί όμως! Παραδόξως ό Πανάγαθος Θεός, εις τα περιστατικά αυτά, εκδηλώνει την άμετρων ιδιότητα της ΥΠΟΜΟΝΗΣ απέναντι του δαίμονος. Όπως όταν ό άνθρωπος διαπράττει το μεγαλύτερον έγκλημα της αμαρτίας. Καί τότε εφαρμόζεται δια τον αμαρτωλό άνθρωπον ή Μακροθυμία του Θεού. Διότι αποσκοπεί ό Θεός εις την σωτηρίαν του ανθρώπου καί όχι στην απώλειά του.

Στην περίπτωσιν του δαιμονισμένου ανθρώπου, οποιοσδήποτε καί αν είναι, αναμένει την μετάνοιάν του. Καί όταν ή μετάνοια είναι ειλικρινής, τότε εξαφανίζεται ό διάβολος.
Εάν ό Θεός εξεδίωκε αυτομάτως με την μετάδοση της Θείας Κοινωνίας τον διάβολο, έκαστος θα αμάρτανε ασυστόλως καί θα διελογίζετο:
»Καί αν έλθη ό διάβολος μέσα μου, εγώ θα κοινωνήσω καί αμέσως θα φυγή!...».

Κατ' αυτόν τον τρόπον όμως ουδείς δαιμονισμένος θα υπήρχε καί θα υπερεπερίσσευεν ή αμαρτία. Ό φόβος της καταλήψεως υπό του διαβόλου είναι ένας λόγος αποφυγής της αμαρτίας.
Ή απερίγραπτος ΚΑΚΙΑ του διαβόλου κατά του ανθρώπου.
- «Δεν θέλω να κινείτε ανθρωπινή σκιά επί του πλανήτου τής γης. Εάν με άφηνε - συνεχίζει ό κακούργος δαίμονας - μόνον ένα λεπτό της ώρας, θα καταπόντιζα ολόκληρη τη γήν».
Ποίος δύναται να περιγράψει την κακίαν του διαβόλου κατά του ανθρώπου; Αυτήν την κακίαν του παγκάκιστου δαίμονος ουδέποτε την έλαβε ύπ' όψιν ό κοσμικός άνθρωπος. Καί το σημαντικότερον πάντων, ουδέποτε προσπαθεί να αποφυγή τα πονηρά καί διαβολικά έργα.
Δώσε Κύριε, δώσε φώτιση στον κόσμον Σου.

Ή άμετρος ΠΟΝΗΡΙΑ του διαβόλου

-Κάνω τόσον όμορφα τη δουλειά μου, πού είναι αδύνατον να με ανακαλύψεις πότε καί πώς ενεργώ».
Η άμετρος πονηρία του διαβόλου δεν ανακαλύπτεται ευκόλως. Οτιδήποτε κακό, είναι του διαβόλου. Πόσον όμως κρύπτεται ό αυτουργός της πονηρίας, δεν υποπτεύεται ό άνθρωπος. Ουδέποτε ό ποιών το κακόν είναι μόνος του. Όπισθεν κάθε μιας πράξεως, πού είναι αντίθετος των εντολών του Θεού, υποκρύπτεται ό μισόκαλος δαίμονας.

Τα ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ του διαβόλου.

- «Δεν φεύγω, όσο ξύλο καί αν τρώγω. "Έχω δικαιώματα», φωνάζει με κομπασμό καί ύπερηφάνειαν ό διάβολος.
Όπως εις την περίπτωσιν των δαιμονισμένων στην χωρά των Γεργεσηνών χρησιμοποιεί, ό διάβολος, την γλώσσαν της παρακλήσεως (Μάρκ. 5, 6-7) προς τον Κύριον, ούτω καί τώρα. Γνωρίζει, ότι ό Θεός δεν θα τον ανεχθεί επί πολύ ακόμη, καί προβαίνει εις παρακλήσεις καί ικεσίας. Χρησιμοποιεί το όπλον της υποκρισίας. Οι υποκριτικές παρακλήσεις του επιμαρτυρούν την αδυναμία καί την κακίαν του.

Ή ανυποχώρητος ΕΠΙΜΟΝΗ του διαβόλου.

·Δεν υποκύπτω εύκολα όπως εσείς, λέγει με πολλήν ειρωνεία ό υπερήφανος δράκοντας. Εγώ μάχομαι με όλη μου την δύναμιν να κρατηθώ. Εκείνος, πού θα μείνει τελευταίος, εκείνος θα κερδίσει την μάχη ν».
Μη νομίσωμεν, ότι ό διάβολος υποχωρεί με την πρώτη μάχη. Είναι εις πολλάς περιπτώσεις ανυποχώρητος. όταν προσέξομε πόση επιμονή έδειξε εναντίον του Κυρίου, στην έρημον τότε θα αντιληφθούμε το διαβολικό πείσμα. Άλλα θα υποχωρήσει καταντροπιασμένο το σκοτεινό δαιμόνιο όταν καί ημείς επιμένουμε αντιτάσσοντας εις αυτό τάς δυνάμεις μας, τάς οποίας ενισχύει δια της χάριτος Του ό Θεός. Δεν πρέπει να υποχωρήσουμε ούτε να υποκύψουμε στις πανουργίας του διαβόλου. Το «άντίστητε τω διαβάλω·· δεν έχει την έννοια της ολιγόλεπτου μάχης. 'Αλλά της διαρκούς καί πεισματώδους μάχης καί τότε επέρχεται ή νίκη.

Ό διάβολος ΟΜΟΛΟΓΕΙ...

« Αν γνώριζα το κακόν, πού θα μου έκανε, δεν θα τον σταύρωνα...».
Ό ΣΤΑΥΡΟΣ του Κυρίου. όπλον αήττητων. όπλον ακαταμάχητο. «Φρίττει γαρ καί τρέμει - ό διάβολος - μη φέρων καθαράν αυτού την δύναμιν.» «Σταυρός ό φύλαξ πάσης της οικουμένης...» Συνεπώς, ό Σταυρός, ως Σύμβολο, ως Σχήμα, ως Τύπος, ως Ουσία, ως Νόημα Ζωής, κατέχει δεσπόζουσα θέσιν εν τη Εκκλησία καί παντού εντοπίζεται». (Ιδε ΒΙΒΛΙΟΝ «ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΣΤΑΥΡΟΒΟΥΝΙΟΥ» Επιμέλεια 'Αρχιμ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Καθηγουμένου Ίερ. Μονής ΣΤΑΥΡΟΒΟΥΝΙΟΥ)

Ό διάβολος ΕΙΡΩΝΕΥΕΤΑΙ...

- Σάς υπόσχεται ΕΚΕΙΝΟΣ τον Παράδεισον λέγει καταγελών ημάς, ό διάβολος, δια το κατάντημα μας - καί δεν τον ακολουθείτε. Σάς υπόσχομαι εγώ την κόλασιν καί όλοι έρχεσθε μαζί μου».

Τι είναι ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ; Σε απασχόλησε ποτέ ή σκέψις; Ότι, όταν πεθάνεις, εμπρός σου εκτείνεται ένας ατελείωτος αιώνιος κόσμος; Εάν κερδίσωμεν την Βασιλείαν του Θεού, κερδίσαμε το πάν. Εάν όμως κολασθούμε, χάσαμε το πάν. «Τι γαρ ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδίσει τον κόσμον όλον, καί ζημιωθεί την ψυχήν αυτού;» (Μάρκ. 8, 36).

Ο διάβολος ΔΕΝ ΠΑΥΕΙ να μας καταπολεμά.

« Εγώ κάνω ακατάπαυστα το καθήκον μου καί σας καταπολεμώ, λέγει ό κακούργος καί άρχέκακος δαίμονας. Εσείς κάνετε το καθήκον σας να με καταπολεμείτε όπως εγώ σας καταπολεμώ;».
Ο διάβολος ημέρας τε καί νυκτός καταπολεμεί τον κάθε άνθρωπον. Προ πάντων τους πιστούς. Καταστρώνει σχέδια την νύκτα, δια να τα εφαρμόσει την ήμέραν. «Σκέπτομαι, σκέπτομαι, Τι άλλο να σου κάνω- λέγει ό διάβολος. Αν γνωρίζαμε, Ότι εις κάθε βήμα της ζωής μας ό διάβολος παραμονεύει να μας προξενήση κακόν, θα ήταν διαφορετική ή ζωή μας. Το όνομα μου είναι ΔΙΑΒΟΛΟΣ...
- «Το όνομα μου είναι διάβολος, λέγει ό πανούργος δαίμονας. Αυτό σημαίνει, Ότι τίποτε άλλο δεν μπορώ να σας κάνω, ειμή μόνον να διαβάλλω. Δεν αναγκάζω κανένα. Εσείς διατί έρχεσθε μόνοι σας σε μένα;»
Ποίος δύναται να υποστήριξη ότι ό διάβολος τον εξανάγκασε προς διάπραξη της αμαρτίας; Ό κάθε άνθρωπος είναι ελεύθερος να αποφασίσει το ΝΑΙ ή το ΟΧΙ. Όπως ό Θεός παροτρύνει τον άνθρωπον να αποφυγή το κακόν καί να πράξη το καλόν, κατά τον ίδιον τρόπον ό διάβολος παροτρύνει τον άνθρωπον να απαρνηθεί το καλόν καί να διάπραξη το κακόν. Ιδού λέγει ό Θεός, παρέθηκά σοι πυρ καί ύδωρ ου αν θέλεις, εκτενείς την χείρα σου» (Σοφ. Σειρ. 15, 16). Ώστε μόνοι μας εκλέγομε τον Παράδεισον ή την κόλασιν. Ουδείς μας πταιει

Ό διάβολος ΠΑΡΑΔΕΧΕΤΑΙ...

- Είσαι, πονηρέ δαίμονα, το σκότος τής κολάσεως.
-Είμαι, απαντά με πολλήν υπερηφάνειαν ό διάβολος.
- Είσαι ή λάσπη καί ή ακαθαρσία της κολάσεως.
- Είμαι, άπαντά με πολλήν αναισχυντία.
- Είσαι ή εφεύρεσης παντός κακού στο κόσμον.
Είμαι, άπαντα με διαβολική καύχηση. Είμαι καί δεν αρνούμαι.
Έχεις τίποτε άλλο να μου ειπείς;
Τώρα ερωτώ εγώ, λέγει ό παμπόνηρος καί παγκάκιστος δαίμονας. « Εφ' όσον είμαι ότι μου είπες, καί οτι δεν μου είπες, διατί μόνοι σας έρχεσθε καί κολυμπάτε μέσα εις το ιδικό μου βρώμικο καί ακάθαρτο νερό;»
Χρειάζονται σχόλια; Ό ουρανός, ή γη, ή θάλασσα μολύνθηκαν από τα βρώμικα καί ακάθαρτα νερά των δικών μας πράξεων. Τι μας απομένει; Η ή μετάνοια ή, ή θεία δίκη καί τιμωρία.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ό διάβολος;

- «Είμαι, λέγει ό διάβολος, ελεύθερος. Με άφησε ελεύθερον. Ουδείς θα μείνει άθικτος. Όλοι θα περάσετε από το κόσκινο μου...».
« Ιδού ό σατανάς εξητήσατο υμάς του σινιάσαι ως τον σίτον» « Ιδού ό σατανάς, όπως άλλοτε περί του Ιώβ, ούτω καί δια σας τώρα ζήτησε να σας ταράξει καί σας κλονίσει, όπως κοσκινίζεται καί σείεται το σιτάρι μέσα εις το κόσκινον·· (Λουκ. 22, 31).
«Καί εβλήθη ό δράκων, ό όφις ό μέγας ό αρχαίος, ό καλούμενος Διάβολος καί ό Σατανάς, ό πλανών την οικουμένη όλη, εβλήθη εις την γήν, καί οι άγγελοι αυτού μετ' αυτού εβλήθησαν». «Καί έρρίφθη ό δράκων ό μεγάλος, ό παλαιός όφις, που παρέσυρε εις την παράβασιν τους πρωτοπλάστους, ό καλούμενος διάβολος καί ό σατανάς, ό όποιος πλανά την οικουμένη όλη. Έρρίφθη εις την γήν, καί οι σκοτεινοί άγγελοι του ερρίφθησαν καί αυτοί μαζί με αυτόν».
ΕΙναι κοινή ομολογία, ότι τα σημεία των καιρών προειδοποιούν, ότι κάτι φοβερόν αναμένει τον πλανήτη της γης. "Ας είμεθα λοιπόν Έτοιμοι...».

ΠΕΣΕ ΝΑ ΜΕ ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΗΣ...

-Πάψε πια να μας πολεμάς.,., λέγει ό κακούργος καί άρχέκακος όφις. Έλα να συμμαχήσομε μαζί. Πέσε να με προσκύνησης καί Ότι μου ζήτησης, θα σου το δώσω. Χρυσάφι όσο θέλεις. Πλούτη, θέσεις, αξιώματα...».
- Αποτάσσομαι σοι, Σατανά, καί πάσι του έργοις σου, καί πάσι τοις άγγέλοις σου, καί πάση τη λατρεία σου, καί πάση τη πομπή σου. Πτού σου καταραμένε καί αφορισμένε από τον Επουράνιό μου Θεόν.
Ο ίδιος παρέμεινε καί παραμένει ό διάβολος καί θα παραμένει από τότε, πού πολέμησε τον Κύριόν μας εις την ερημον, έως της σήμερον καί έως της συντέλειας του κόσμου. Αυτόν τον άσπονδο έχθρόν του ανθρώπου πρέπει να και πολεμήσωμεν, δια να λάβωμεν τον στέφανον της νίκης.

Θα μεταχειριστεί τα πάντα

Δεν είναι δυνατόν, να παραγνωρισθεί ή πραγματικότης. Αυτό, δηλαδή, πού τονίσθηκε περισσότερον παρά άλλοτε, Ότι ό Αντίχριστος θα μεταχειριστεί τα πάντα, δια να παραπλάνηση τους ανθρώπους της γης. Θα ποίηση εικόνα καί θα δώσει πνεύμα πλάνης εις αυτήν καί θα «λαλήση ή είκών του θηρίου». Θα εξαναγκασθούν οί άνθρωποι να προσκυνήσουν την εικόνα, καί «όσοι εάν μη προσκυνήσωσι τη εικόνι του θηρίου», θα έχη την έξουσίαν ό Αντίχριστος «ίνα αποκτανθώσι», δηλαδή, να φονευθούν (Άποκ. 13,15).
Θα δώσει «χάραγμα» εις τους ανθρώπους. Το χάραγμα θα είναι ή επί της δεξιάς χειρός ή επί των μετώπων των ανθρώπων. Ό διαχωρισμός των οπαδών του Χριστού καί των οπαδών του Αντίχριστου θα αρχίσει εκ της τροφής. Ή αγορά καί ή πώλησης τροφών. Το σημείον τούτο θα είναι κρίσιμο. Πολλοί θα υποκύψουν, διότι δεν θα γνωρίζουν, Ότι καί αυτός ό Αντίχριστος δεν θα εχη εις το τέλος τροφή δια να δώσει εις τους οπαδούς του.
Το χάραγμα ή, ή σφραγίδα του Αντίχριστου θα δώσει την ευκαιρία μόνον εις τους σφραγισμένους «να αγοράζουν ή να πωλούν» (Άποκ. 13,17).

Εν συνεχεία θα προχώρηση ό Αντίχριστος στην διακίνηση του νομίσματος. Θα δέσμευση το χρήμα, το νόμισμα. Θα εχη δε δικαίωμα μόνον ό σφραγισμένος να χρησιμοποιεί το ειδικό νόμισμα, το κοινόν εις τα έθνη. Τότε, με την ιδία σφραγίδα θα δικαιούται να μετακινείται από τόπου εις τόπον δι' όλων των μέσων. Θα διακοπή, δηλαδή, ή μετακίνησης των αρνουμένων την σφραγίδα του Αντίχριστου.
Ειδική ταυτότητα ή ειδική κάρτα θα είναι το έτερον σημείον του διαχωρισμού των πιστών από τους απίστους. Τότε όσοι θα χρησιμοποιούν την ειδική κάρτα θα είναι οί νομοταγείς εις το κράτος. Όσοι θα αρνηθούν, θα είναι οί παράνομοι. Από του σημείου τούτου θα αρχίσει Όσοι διωγμός καί το μαρτύριο.
Τα θαύματα καί ή πλάνη του Αντίχριστου θα πολλαπλασιασθούν. Ό κόσμος θα είναι βυθισμένος εις το σκότος καί όλο καί περισσότερον θα περιπατεί εις το σκότος καί όλο καί περισσότερον διαρκώς εις τάς τάξεις του «ανόμου». Το αποκορύφωμα θα είναι ή παγκόσμιος κυριαρχία του «ανθρώπου της αμαρτίας, του υιού της απώλειας» (Β' Θεσσ. 2,3).

Χρειάζεται προσοχή

Δια την ύπαρξιν του διαβόλου δεν χωρεί ουδεμία αμφιβολία. Ή ενανθρώπισης του Κυρίου σκοπό είχεν την απελευθέρωσιν του ανθρώπου εκ της δυναστείας του διαβόλου. Ή επί γης Εκκλησία του Χριστού κατεργάζεται την σωτηρίαν κάθε ψυχής. όταν ομιλούμε περί σωτηρίας, προϋποτίθεται ή ύπαρξης εχθρού. Ό εχθρός ποίος; Ο σατανάς καί διάβολος ό «πλανών την οικουμένη όλη...» (Άποκ. 12,9).
Ή ύπαρξης κακών πνευμάτων μαρτυρείτε από όσους λυτρώθηκαν από αυτά. Ή προσωπική των εμπειρία, τα βάσανα πού υπέστησαν, ή πάλη πού διεξήγαγαν, ό αγώνας πού υπεβλήθησαν δεν αφήνουν αμφιβολίας δια την ύπαρξιν δαιμόνων. ούτε δίδουν υπόνοια να φανταστή κανείς, Ότι υπέφεραν ή ότι ηθέλησαν οι ίδιοι να υποφέρουν για επίδειξη. Δεν είναι δυνατόν, να ισχυριστεί κάποιος, Ότι, οσα υπέφεραν αυτά τα άτομα, είσαν εικονικά, ότι ενεφανίζοντο στον κόσμον με επιτηδειότητα, δια να κινήσουν υπέρ αυτών τον οίκτων ή την συμπάθεια.

Απεριόριστος προσοχή επιβάλλεται να ύπάρχη εις την παρούσαν ζωήν εκ μέρους των πιστών. Ό διάβολος καραδοκεί δια να είσέλθη εις την ψυχήν καί να την θανάτωση. Είναι ανθρωποκτόνος καί ψυχοκτόνος. Εργάζεται χωρίς ανάπαυλα. ούτε τη μέρα ησυχάζει ούτε νύκτα αναπαύεται. Μυριάδες μυριάδων αϊ παγίδες του καί αυτός είναι έτοιμος να συλλαβή το θύμα του καί να το εκδικηθεί.

Έναντι αυτού του αοράτου εχθρού ημείς είμεθα παντελώς ανίσχυροι. Δια τούτο επιβάλλεται όπως αναθέσωμεν πάσαν την ζωήν μας εις τον Κύριον Ιησούν. «πάσαν την μέριμνα ημών επιρρίψαντες έπ' αυτόν, Ότι αύτω μέλει περί ημών, νίψατε, γρηγορήσατε" Όσοι αντίδικος υμών διάβολος ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη» (Α' Πετρ. 5,7-8). Οι θετικοί παράγοντες προς απελευθέρωσι εκ του πονηρού πνεύματος.

Θετικοί παράγοντες δια την προσέλκυση της χάριτος του Θεού είναι αυτοί:

α. Το Ακατανίκητο όπλο της ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ.

β. Ή ανάγνωσης και ή μελέτη της Αγ. ΓΡΑΦΗΣ.

γ. Ή βαθιά μελέτη του Λόγου του Θεού.

δ. Μελέτη καί ανάγνωση ιδιαιτέρως των Ψαλμών του Δαυίδ.

ε. Καθημερινή ανάγνωση των πατερικών κειμένων της Εκκλησίας. Οι άθλοι και τα μαρτυρολόγια των αγίων.

στ. Ή εξομολόγηση καί ειλικρινής απόφαση να μην επιστρέψει ο ασθενής εις τα οπίσω, αλλά να πράττει το θέλημα του Θεού.

ζ. Οι παρακλήσεις καί οί χαιρετισμοί της Παναγίας μας και άλλε παρακλήσεις αγίων.

η. Ή νηστεία επίσης αποτελεί μέγα όπλο κατά των πονηρών πνευμάτων. Το διαβεβαίωσε Όσοι Κύριος, όταν έδωκεν εις την γενεάν των ανθρώπων την θεϊκή Του συνταγή. «Το γένος τούτο εν ουδενί δύναται εξελθείν ειμή εν προσευχή και νηστεία» (Μάρκ. 9,29). Ή εγκράτεια εις την τροφήν, πού επεκτείνεται καί εις τα σαρκικά, είναι αναγκαία, δια να εκδιωχθεί ο διάβολος.

θ. Επισφράγισμα μιας προσπάθειας κατά των πονηρών πνεύμα των είναι ή μετάληψις των αχράντων μυστηρίων του Θεού. Το Σώμα καί το Αίμα του Κυρίου είναι το υπέρτατο όπλο, πού κατασυντρίβει την δύναμη του διαβόλου. : -«Ως λέοντες τοίνυν πυρ πνέοντες, όντως από της τραπέζης αναχωρούμε εκείνης, φοβεροί τω διαβάλω γινόμενοι» (Ρ.Ο. 59,260).

«Πίνετε αγιασμό. Όσο πιο συχνά τόσο πιο καλά. Είναι το καλλίτερο και αποτελεσματικότερο φάρμακο. Αυτό δεν το λέγω σαν παπάς, το λέγω σαν γιατρός. Από την Ιατρική μου πείρα».
(Αρχιεπίσκοπος Λουκάς Βοϊνογιασινέτσκι, 1961)


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ . ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΕΥΧΟΣ 43-44 ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1991


ΠΩΣ ΡΙΧΝΕΙ ΠΕΙΡΑΣΜΟΥΣ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΣΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ

ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ
ΠΩΣ ΡΙΧΝΕΙ ΠΕΙΡΑΣΜΟΥΣ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΣΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ
Ένας αδελφός ρώτησε κάποιον από τους Πατέρες: «Πώς φέρνει τους πειρασμούς ο διάβολος πάνω στους αγίους;» Και ο Γέροντας του είπε ότι ήταν ένας Πατέρας που τον έλεγαν Νίκωνα και κατοικούσε στο όρος Σινά. Και να που πήγε κάποιος στη σκηνή ενός Φαρανίτη (κατοίκου της Φαράν) και καθώς βρήκε μόνη τη θυγατέρα του, αμάρτησε μ' αυτήν. Της είπε κατόπιν: Να πεις ο αββάς Νίκων μου το 'κανε αυτό. Όταν ήρθε ο πατέρας της και το 'μαθε, πήρε το ξίφος και πήγε κατευθείαν στον Γέροντα. Χτύπησε την πόρτα. Μόλις βγήκε ο Γέροντας, έστρεψε το ξίφος για να τον σκοτώσει, αλλά έμεινε ξερό το χέρι του. Πήγε τότε ο Φαρανίτης και το ανέφερε στους πρεσβυτέρους.
Αυτοί έστειλαν και κάλεσαν τον Γέροντα και μόλις ήρθε, τον ξυλοκόπησαν και ήθελαν να τον διώξουν. Αλλ' εκείνος τους παρακάλεσε λέγοντάς τους: Αφήστε με εδώ, για τ' όνομα του Θεού, για να μετανοήσω. Τον αφόρισαν για τρία χρόνια και έδωσαν εντολή να μην τον επισκέπτεται κανείς. Και έκανε τρία χρόνια βάζοντας μετάνοια κάθε Κυριακή στην εκκλησία και παρακαλούσε όλους λέγοντας: Προσευχηθείτε για μένα.
Κατόπιν όμως δαιμονίσθηκε αυτός που έκανε την αμαρτία και προκάλεσε την δοκιμασία στον αναχωρητή. Ήρθε και ομολόγησε στην εκκλησία: Εγώ διέπραξα την αμαρτία και είπα να συκοφαντήσει τον δούλο του Θεού. Πήγαν τότε όλοι οι κάτοικοι της πόλης και έβαλαν μετάνοια στον Γέροντα λέγοντας: Συγχώρεσέ μας, αββά. Και εκείνος τους είπε: Ως προς την συγχώρηση, σας έχω ήδη συγχωρήσει, αλλά για να μείνω, δεν μένω πια εδώ μαζί σας. Γιατί δε βρέθηκε ούτε ένας που να έχει διάκριση και να πονέσει μαζί μου. Και έτσι έφυγε από 'κει.

«Βλέπεις λοιπόν -είπε ο Γέροντας- πώς ρίχνει τους πειρασμούς ο διάβολος πάνω στους αγίους;»


Γεροντικό: Περί Συκοφαντίας



  Ε Ι Π Ε   Γ Ε Ρ Ω Ν...

Περί Συκοφαντίας



 Στον Αββά Αντώνιον ήλθε κάποτε ένας αδελφός από κάποιο κοινόβιο ο οποίος συκοφαντήθηκε για πορνεία. Ήλθαν και οι αδελφοί από το κοινόβιο για να τον θεραπεύσουν και να τον πάρουν. Και άρχισαν να τον ελέγχουν, ότι:
-Έτσι έκαμες. Κι’ αυτός απολογιόταν, ότι:
- Τίποτα τέτοιο δεν έκαμα.
Με μια ευκαιρία, ήταν εκεί και ο αββάς Παφνούτιος ο Κεφαλάς και είπε την εξής παραβολή:
- Είδα στην όχθη του ποταμού έναν άνθρωπο, πούχε χωθή στο βόρβορο ως τα γόνατά του και καθώς ήλθαν μερικοί να του δώσουν χέρι βοηθείας, τον κατεπόντισαν μέχρι το λαιμό.
Τούς λέγει τότε ο αββάς Αντώνιος, για τον αββά Παφνούτιο:
- Να, άνθρωπος αληθινός, που μπορεί να θεραπεύση και να σώση ψυχές.
Συγκινήθηκαν τότε από τα λόγια των γερόντων και έβαλαν μετάνοια στον αδελφό. Ηρέμησαν έτσι από τούς Πατέρες και έλαβαν τον αδελφό στο κοινόβιον.


*******

Ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος είπε: Αν ποτέ συκοφαντηθής, και αποκαλυφθή η αθωότητά σου, μην υψηλοφρονήσης. Δούλευε τον Κυριον σου με ταπεινοσύνη και ευχαρίστησέ τον, που σε λύτρωσε από τις συκοφαντίες των ανθρώπων, για να τηρής πιστά τις εντολές του.
 
*******

Τον Αββά Βαρσανούφιο ρώτησε ένας αδελφός. Γέοντα· εάν ακούσω περί τινός ότι κακώς με λέγει, τι ποιήσω;
Και ο Γεροντας απεκρίθη.
-Ευθέως ανάστα και ποίησον ευχήν πρώτον υπέρ εκείνου, και ούτως υπέρ σεαυτού, λέγων· Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον τόνδε τον αδελφόν, και εμέ τον αχρείον δούλον σου· και σκέπασον ημάς από του πονηρού, ευχαίς των σων αγίων. Αμήν.

*******

Όταν ο Αββάς Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης ήταν Πρεσβύτερος στη σκήτη, μεταξύ των αδελφών ήταν και κάποιος Διάκονος, πολύ ενάρετος και ευλαβής. Ο Αββάς Ισίδωρος σκόπευε να τον κάνη Πρεσβύτερο και να τον αφήση διάδοχό του. Εκείνος όμως, από μεγάλη ταπεινοσύνη, δε δεχόταν χειροτονία, λέγοντας πως ήταν ανάξιος να γίνη ιερεύς. Αυτόν τον ενάρετο αδελφό τον εμίσησε τόσο πολύ κάποιος άλλος μοναχός στη σκήτη, νικημένος από το πάθος του φθόνου, και γύρευε με κάθε τρόπο να τον βλάψη και να τον δυσφημήση.

Να λοιπόν τι τον έβαλε ο διάβολος να κάνη: Πήρε μια μέρα ένα από τα βιβλία του και το έβαλε κρυφά στο κελλί του Διακόνου, χωρίς εκείνος να πάρη είδησι. Ύστερα πήγε στον Αββά Ισίδωρο και του παραπονέθηκε πως έχασε το βιβλίο του και πως κάποιος από τούς αδελφούς έπρεπε να το είχε κλέψει. Απαιτούσε λοιπόν να γίνη έρευνα σ’ όλα τα κελλιά.
- Τετοιο πράγμα, παιδί μου, έκανε έκπληκτος ο Γεροντας, δεν έχει ξαναγίνει στη σκήτη. Αλλά, για να βεβαιωθής, πάρε δυο αδελφούς και ψάξε τα κελλιά.

Έτσι κι’ έγινε. Αφού έψαξαν μερικά άλλα κελλιά, επήγαν και στου Διακόνου και φυσικά εκεί βρήκαν το βιβλίο. Το πήραν λοιπόν και το έφεραν στην Εκκλησία την ώρα του εσπερινού, που ήσαν συγκεντρωμένοι οι αδελφοί, και είπαν μεγαλοφώνως στον Αββά Ισίδωρο, για ν’ ακουστή απ’ όλους, που είχε βρεθή το βιβλίο.

Ο αθώος Διάκονος δεν διαμαρτυρήθηκε για την συκοφαντία. Έπεσε με ταπείνωσι στα γόνατα και ζήτησε απ’ όλους συγχώρησι, λέγοντας πως έσφαλε.
- Συγχωρήσατέ με, αδελφοί, γιατί είμαι κλέφτης.
Σαν πέρασαν οι τρεις εβδομάδες και ο Διάκονος τελείωσε το επιτίμιόν του και έγινε δεκτός στο Άγιον Βήμα, ο συκοφάντης δαιμονίστηκε και με γοερές κραυγές ωμολόγησε την αμαρτία του.
- Αδίκως κατηγόρησα τον δούλο του Θεού, φώναζε για να ξαλαφρώση την συνείδησί του.
Οι αδελφοί στην σκήτη έκαναν ολονύκτιο προσευχή γι’ αυτόν, χωρίς αποτέλεσμα όμως. Εκείνος ο δυστυχής βασανιζόταν σκληρά από το πονηρό πνεύμα. Τότε ο Όσιος Ισίδωρος είπε στον Διάκονο:
- Προσευχήσου γι’ αυτόν, αδελφέ, γιατί μόνο συ, που συκοφαντήθηκες, αν το ζητήσης, θα τον ελεήση ο Κύριος.
Και πράγματι, όταν προσευχήθηκε ο συκοφαντηθείς, ελευθερώθηκε από την τυραννία του δαίμονος ο συκοφάντης.


*******

 Ο Μέγας Αντώνιος στις "Παραινέσεις" του έλεγε:
Εφ’ όσον εννοείς τα περί Θεού, να είσαι ευσεβής, χωρίς φθόνο, αγαθός, σώφρων, πράος, χαριστικός κατά δύναμιν, κοινωνικός, αφιλόνεικος και τα όμοια. Διότι αυτό είναι το απαραβίαστο απόκτημα της ψυχής, να αρέσει στο Θεό με τέτοιες πράξεις και με το να μην κρίνη κανέναν και να λέει για κανέναν, ότι ο δείνα είναι κακός και αμάρτησε. Αλλά καλλίτερο είναι να συζητάμε τα δικά μας κακά, και να ερευνάμε μέσα μας τη δική μας πολιτεία, εάν είναι αρεστή στο Θεό. Διότι, τι μας μέλει εμάς, εάν άλλος είναι πονηρός;

*******

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, γράφει:
"Δεν είναι μικρός άθλος (δηλαδή το να υπομένει κανείς τη συκοφαντία), αλλά πολύ μεγάλος, αυτός ο της συκοφαντίας"...
"Και αν ακόμα είναι αλήθεια εκείνα που λέγει κάποιος για μας, και αν ακόμα τέτοια που τα αναγνωρίζομε και εμείς, αν εμείς δεν βρίσωμε εκείνον που λέγει αυτά, αλλά στενάξωμε πικρά και παρακαλέσωμε τον Θεο για τα αμαρτήματά μας, θα μπορέσωμε ν’ αποβάλωμε όλα τα αμαρτήματά μας"...

"Πολλοί λοιπόν λύγισαν με τις επικρίσεις κι έχασαν την ψυχή τους. Γιατί δεν υπάρχει, δεν υπάρχει για τούς αγωνιζόμενους τίποτα πιο ανυπόφορο από τα λόγια που μπορούν να πληγώσουν την ψυχή"...

"Διότι δεν βλάπτει τόσον εκείνος ο οποίος σπαράσσει την ανθρωπίνην σάρκα, όσον εκείνος ο οποίος δαγκώνει την ψυχήν· διότι όσον πολυτιμοτέρα είναι η ψυχή από το σώμα, τόσον μεγαλυτέρα είναι η βλάβη της".


*******

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής στα κεφάλαια περί αγάπης γράφει για την Συκοφαντία:
55. Αν η αγάπη δεν κάνει κακό στον πλησίον (Ρωμ. 13, 10), εκείνος που φθονεί τον αδελφό και λυπάται για την προκοπή του και με ειρωνείες προσπαθεί να κηλιδώσει την υπόληψή του η με όποια κακοήθεια τον επιβουλεύεται, πως αυτός δεν αποξενώνεται από την αγάπη και δεν κάνει τον εαυτό του ένοχο για την αιώνια Κρίση;
56. Αν η αγάπη είναι το πλήρωμα του νόμου (Ρωμ. 13, 10), εκείνος που έχει μνησικακία για τον αδελφό και κάνει δόλια σχέδια εναντίον του και τον καταριέται και δοκιμάζει χαρά για κάθε πτώση του, πως δεν καταπατεί το νόμο και δεν είναι άξιος για την αιώνια κόλαση;
57. Αν εκείνος που κατηγορεί και κρίνει τον αδελφό του κατηγορεί και κρίνει το θείο νόμο (Ιακ. 4, 11), και ο νόμος του Χριστού είναι η αγάπη, πως δεν ξεπέφτει από την αγάπη του Χριστού εκείνος που καταλαλεί, και δεν προξενεί ο ίδιος στον εαυτό του την αιώνια κόλαση;
58. Μην παραδώσεις την ακοή σου στούς λόγους όποιου καταλαλεί, ούτε τούς δικούς σου λόγους στην ακοή ενός φιλοκατήγορου, μιλώντας η ακούγοντας μ’ ευχαρίστηση κατά του πλησίον σου, για να μη χάσεις τη θεία αγάπη και βρεθείς απόκληρος από την αιώνια ζωη.
60. Κλείνε το στόμα εκείνου που κατηγορεί τον άλλον, για να μην αμαρτάνεις μαζί του διπλή αμαρτία· και συνηθίζοντας ο ίδιος σε καταστρεπτικό πάθος, και μη σταματώντας εκείνον που φλυαρεί κατά του πλησίον.
61. "Εγώ όμως σας λέω, είπε ο Κυριος, αγαπάτε τούς εχθρούς σας, ευεργετείτε όσους σας μισούν, προσεύχεσθε για όσους σας βλάπτουν" (Ματθ. 5, 44). Γιατί τα διέταξε αυτά; Για να σε ελευθερώσει από το μίσος, τη λύπη, την οργή και την μνησικακία και να σε αξιώσει να λάβεις το μέγιστο απόκτημα, την τέλεια αγάπη, που είναι αδύνατο να την έχει όποιος δεν αγαπά εξίσου όλους τούς ανθρώπους, κατά μίμηση του Θεού, ο οποίος αγαπά εξίσου όλους τούς ανθρώπους και θέλει να σωθούν και να λάβουν πλήρη γνώση της αλήθειας (Α’ Τιμ. 2, 4).


*******

Ένας αδελφός έκανε την εξής ερώτηση σε κάποιον πατέρα· "Πως ρίχνει ο διάβολος τούς πειρασμούς στούς αγίους;". Του απάντησε ο γέροντας· "Ήταν κάποτε στο όρος Σινά ένας μοναχός που ονομαζόταν Νικων". Κάποιος πήγε στη σκηνή ενός Άραβα Φαρανίτη, βρήκε μονάχη την κόρη του, πλάγιασε μαζί της κι ύστερα της λέει· "Να πεις ότι το πάθημά μου αυτό μου το έκαμε ο αναχωρητής, ο αββάς Νικων". Όταν ήρθε ο πατέρας της και πληροφορήθκε το γεγονός, πήρε το ξίφος του και τράβηξε κατά του γέροντα. Σαν χτύπησε την πόρτα, βγήκε έξω ο γέροντας κι όταν εκείνος σήκωσε το ξίφος να τον σκοτώσει, παράλυσε το χέρι του. Τοτε ο Φαρανίτης πήγε στην εκκλησία και κατάγγειλε το συμβάν στούς πρεσβυτέρους. Έστειλαν εκείνοι και τον κάλεσαν κι ο γέροντας παρουσιάστηκε. Τοτε του δώσανε πολύ ξύλο και σκέφτονταν να τον διώξουν, όμως εκείνος τούς παρακάλεσε έτσι· "Αφήστε με εδώ να ζήσω σε μετάνοια". Τον απομόνωσαν λοιπόν τρία χρόνια κι έδωσαν εντολή κανένας να μη του μιλάει. Έτσι πέρασε τα τρία χρόνια κι ερχόταν κάθε Κυριακή και με μετάνοια παρακαλούσε κι έλεγε· "Προσεύχεστε στον Κυριο για μένα".
Αργότερα όμως εκείνος που είχε κάμει την αμαρτία κι είχε ρίξει τον πειρασμό στον αναχωρητή, κυριεύτηκε από δαιμόνιο κι ομολόγησε στην εκκλησία· "Εγώ ήμουν που αμάρτησα και μίλησα για να συκοφαντηθεί ο δούλος του Θεού". Τοτε σηκώθηκε όλος ο λαός κι είπε μετανιωμένος στον γέροντα· "Αββά, συγχώρεσέ μας". Εκείνος τούς απάντησε· "Όσο για τη συγχώρηση, σας έχω συγχωρήσει· αλλά να μείνω κοντά σας, δεν μένω πια με τίποτα· δεν βρέθηκε ούτε ένας σας να ’χει διάκριση και να με συμπονέσει". Έτσι ο γέροντας έφυγε από τον τόπο εκείνο". Και πρόσθεσε· "Βλέπεις πως ρίχνει ο διάβολος τούς πειρασμούς πάνω στούς αγίους;".

Οι μακρύνοντες εαυτούς από τον Θεό απολούνται.


Του Οσίου Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου
 Ενόμισαν οι μάταιοι σαρκικοί άνθρωποι ότι μακριά από τον Θεό, από τα καλά ήθη και τις αρετές, μόνο με τις εξωτερικές επιδείξεις, με τις ανωφελείς τελετές στις οποίες γίνεται κακή σπατάλη εκατομμυρίων, και με κούφια λόγια, πως θα ανώρθωναν το έθνος, αλλά πλανήθηκαν. Δεν μελέτησαν, δεν άκουσαν ότι· οι μακρύνοντες εαυτούς από τον Θεό απολούνται.Ξεριζώθηκαν διότι δεν ήταν φυτεία του Θεού. Το Έθνος για να ανορθωθεί πρέπει να αναγεννηθεί ηθικά, να παύση η διαφθορά και η παραλυσία των ηθών, να παύση η κακοήθεια και η αμαρτία, να παύση η αδικία, η πλεονεξία, η ασέβεια και η βλασφημία.
*  Ανοίξατε τις εκκλησιαστικές ιστορίες και θα ιδέτε ότι, αφ' ότου έγινε ο κόσμος, αληθώς πάσα παράβασις και παρακοή έλαβε την δικαία τιμωρία...
Ψυχοσωτήρια Διδάγματα Συγχρόνων Γερόντων
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"
Θεσσαλονίκη
impantokratoros.gr

Ο θείος Χρυσόστομος ερωτηθείς, πότε θα είναι το τέλος, απάντησε...





Οσίου Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου
  • Ο θείος Χρυσόστομος ερωτηθείς, πότε θα είναι το τέλος, απάντησε· όταν θα έκλειψη η ντροπή από τις γυναίκες. Και μία άγραφος προφητεία λέγει· ό,τι το τέλος των αιώνων θα γίνη όταν οι άνδρες γίνουν γυναίκες και οι γυναίκες άνδρες. Στις ημέρες μας βλέπουμε την εκπλήρωση τους.   
  •   ...Προσέξατε, αγαπητά μου τέκνα, να μη έχετε τον νου σας στα γήινα, φθαρτά και μάταια του κόσμου αυτού, αλλά να τον αναβιβάζετε στην άνω πατρίδα, τον ουρανόν... Η ενθύμησή σας να είναι πάντοτε στην Βασιλεία του Θεού και γρήγορα θα την κληρονομήσετε αυτήν.... 
  • Με ευκολία οι Άγιοι δεν επήγαν στον Παράδεισο, αλλ' εκοπίασαν και αγωνίσθησαν εναντίον των τριών εχθρών, της σαρκός, τον κόσμου και του διαβόλου. Για να είναι, όμως, πρόθυμοι και σπουδαίοι, ενίκησαν και τον διάβολο και τις επιθυμίες του κόσμου και της σαρκός. Χρειάζεται προσευχή και εγρήγορση.... 
  • Όλοι οι Άγιοι αγίασαν με την ταπείνωση, διότι η ταπείνωση γεννά και την αγάπη και όλες τις αρετές. Ο ταπεινός άνθρωπος είναι κατοικητήριο του Θεού και των χαρισμάτων του Αγ. Πνεύματος... Αν υπάρχουν όλες οι αρετές και λείπη η ταπείνωση είναι ελλειπείς, ανωφελείς, είναι και βλαπτικές....
  • Ο θείος Χρυσόστομος ερωτηθείς, πότε θα είναι το τέλος, απάντησε· όταν θα έκλειψη η ντροπή από τις γυναίκες. Και μία άγραφος προφητεία λέγει· ό,τι το τέλος των αιώνων θα γίνη όταν οι άνδρες γίνουν γυναίκες και οι γυναίκες άνδρες. Στις ημέρες μας βλέπουμε την εκπλήρωση τους.   
  •   ...Προσέξατε, αγαπητά μου τέκνα, να μη έχετε τον νου σας στα γήινα, φθαρτά και μάταια του κόσμου αυτού, αλλά να τον αναβιβάζετε στην άνω πατρίδα, τον ουρανόν... Η ενθύμησή σας να είναι πάντοτε στην Βασιλεία του Θεού και γρήγορα θα την κληρονομήσετε αυτήν.... 
  • Με ευκολία οι Άγιοι δεν επήγαν στον Παράδεισο, αλλ' εκοπίασαν και αγωνίσθησαν εναντίον των τριών εχθρών, της σαρκός, τον κόσμου και του διαβόλου. Για να είναι, όμως, πρόθυμοι και σπουδαίοι, ενίκησαν και τον διάβολο και τις επιθυμίες του κόσμου και της σαρκός. Χρειάζεται προσευχή και εγρήγορση.... 
  • Όλοι οι Άγιοι αγίασαν με την ταπείνωση, διότι η ταπείνωση γεννά και την αγάπη και όλες τις αρετές. Ο ταπεινός άνθρωπος είναι κατοικητήριο του Θεού και των χαρισμάτων του Αγ. Πνεύματος... Αν υπάρχουν όλες οι αρετές και λείπη η ταπείνωση είναι ελλειπείς, ανωφελείς, είναι και βλαπτικές....

Ψυχοσωτήρια Διδάγματα Συγχρόνων Γερόντων
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"
Θεσσαλονίκη
impantokratoros.gr


Κακόν το κρίνειν τους άλλους


Η κρίσις περί των άλλων, διά να έχη αγαθόν σκοπόν και αποτέλεσμα καλόν, δέον να γίνεται επί παρου­σία του κρινόμενου. Εν εναντία δε περιπτώσει ο σκοπός της κρίσεως, δεν είναι αγαθός και το αποτέλεσμα είναι πάντοτε επιβλαβές, και διά τον κρίνοντα και διά τον εν απουσία κατακρινόμενον. Το κρίνειν τας πράξεις τινός επί παρουσία του κρινόμενου σημαίνει διαφωτίζειν αυ­τόν και αναλόγως των προσώπων και των περιστάσεων παρατηρείν ή επιτιμάν, συνήθως μεν ιδιαιτέρως, εις ε­ξαιρετικός δε περιστάσεις παρόντων και άλλων, επί τω σκοπώ της επανορθώσεως και της βελτιώσεως των κα­κώς εχόντων. Τουναντίον δε, το κρίνειν και κατακρίνειν τον απόντα, σημαίνει κακόν χαρακτήρα, ήτοι εγωϊσμόν και εκδίκησιν κατά του κρινόμενου από μέρους του κρί­νοντος.
Οι κρίνοντες και κατακρίνοντες τους απόντας, και δικαίας κατ' αυτών κατηγορίας εάν λέγουν, επειδή «το καλόν ουκ εστί καλόν, εάν μη καλώς γένηται», βλάπτουν τους κατακρινομένους εξερεθίζοντες αυτούς διά του αντευαγγελικού των χαρακτήρος, είναι πάντοτε οπισθο­δρομικοί μη έχοντες καιρόν να καλλιεργήσουν εαυτούς, επειδή πάντοτε ασχολούνται περί την έρευναν των αλλό­τριων σφαλμάτων και την κατάκρισιν των άλλων. Ομοιάζει δε έκαστος, ούτως ενεργών, προς άνθρωπον κεκτημένον αγρόν μεγάλης εκτάσεως χρήζοντα συντόνου και σπουδαίας καλλιέργειας, αλλά μη επιχειρούντα ουδεμίαν επί του ιδίου αγρού εκκαθάρισιν, καλλιέργειαν και φυτουργίαν, επειδή απασχολείται διαρκώς με την επιθεώρησιν των διαφόρων αγρών των άλλων.
Η τοιαύτη μετά κακότητος επιπολαιότης μας πολεί σφοδρώς πάντας. Η κατάκρισις κατά των απόντων είναι σχεδόν κοινόν νόσημα, το όποιον κατά κράτος νι­α και τους θεωρούμενους και τους θέλοντας να φαίνωται κατά κόσμον ευγενείς, νικάται δε μόνον από τους σπανίως σήμερον απαντωμένους ισχυρούς χριστιανι­κούς χαρακτήρας, διότι μόνον ο Χριστός πράγματι εξευ­γενίζει τας ψυχάς και αναδεικνύει τους γενναίους και ι­σχυρούς χαρακτήρας, εξυψών τον άνθρωπον εις την απάθειαν διά της διδασκαλίας και του εσωτερικού καθαρ­μού διά των μυστηρίων της Εκκλησίας και άπαγορεύων ρητώς εις το Εύαγγέλιον επί ποινή αιωνίου κατακρίσεως πάσαν κατάκρισιν λέγων: «Μή κρίνετε, ίνα μη κριθήτε εν ω γάρ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε, και εν ω μέτρω μετρείτε αντιμετρηθήσεται υμίν» (Ματθ. 7, 1). Πλην της καταδίκης, της κατακρίσεως, ο Κύριος διά του Ευαγγε­λικού Νόμου ενταύθα θέλει να αντικαταστήση τον αρχαίον Μωσαϊκόν Νόμον, ο οποίος κατεδίκαζεν εις θάνα­τον πολλούς εκ των αμαρτανόντων, ο δε λαός εκ σκληρότητος επεκρότει, ενώ και αυτός ήτο η εις τα ίδια ή εις άλλα επίσης θανάσιμα αμαρτήματα ένοχος. Τούτου ένε­κεν ο Κύριος, όπως τους φέρη εις συναίσθησιν των ι­δίων των αμαρτημάτων, είπε το: «Ο αναμάρτητος υμών πρώτος τον λίθον βαλέτω» (Ίωάν. 8, 8).
Πάντοτε ο μη τελείως κατά Χριστόν αναγεγεννημέ­νος άνθρωπος ζητεί τας εκδικήσεις φανταζόμενος εαυ­τον τέλειον, και ρέπει πάντοτε επί τα εύκολα και τα τα­πεινά. Τον χαρακτηρισμόν του τοιούτου, δηλ. του μη αναγεγεννημένου ανθρώπου, μας τον δίδουν και οι αρ­χαίοι.
Κατά γνωστόν φιλοσόφημα, αρχαίος φιλόσοφος ε­ρωτηθείς περί του τί είναι εύκολον και τί είναι δύσκολον διά τον άνθρωπον, απήντησεν, ότι δύσκολον μεν διά τον άνθρωπον είναι «το εαυτόν γνώναι», δηλονότι το να καταγίνη τις εις την αυτομελέτην και εις την γνώσιν του εαυτού του είναι δύσκολον πράγμα. Εύκολον δε είναι, εί­πε, «το άλλοις υποτίθεσθαι», ήτοι το να βλέπη, να κρίνη και να συμβουλεύη τους άλλους, αυτό είναι το διά τον άνθρωπον εύκολον πράγμα.
Ο Δημιουργός ημών και Σωτήρ της ανθρωπότητος, ο Κύριος και Θεός ημών Ιησούς Χριστός, ως σοφός και δυνατός κατ' απόλυτον έννοιαν οδηγεί ημάς επί τα δύ­σκολα και τα υψηλά. Τί εξετάζεις, λέγει, τί κάμνουν οι άλλοι, τα λάθη των άλλων; «Τί βλέπεις το κάρφος το εν τω οφθαλμώ του αδελφού σου, την δε εν τω σω οφθαλμώ δοκόν ου κατανοείς; ή πώς ερείς τω αδελφώ σου, άφες εκβάλω το κάρφος από τον οφθαλμού σου, και ιδού ή δο­κός εν τω όφθαλμω σου; Υποκριτά, έκβαλε πρώτον την δοκόν εκ του οφθαλμού σου, και τοτε διαβλέψεις εκβαλείν το κάρφος εκ του οφθαλμού του αδελφού σου».

Την αλήθειαν των θεοπνεύστων αυτών λόγων την κυροί η κοινωνική ημών πείρα, καθ' ην οι άνθρωποι, οι μη καταγινόμενοι εις την αυτομελέτην, καίπερ έχοντες πράγματι δοκόν εις τους ιδίους οφθαλμούς, δηλαδή με­γάλα πασιφανή ελαττώματα, καταγίνονται υποκριτικώς να διορθώσουν τους άλλους, οι όποιοι εις τους οφθαλ­μούς έχουν κάρφος, δηλαδή μικρότερον εν σχέσει πρός τους επικριτάς των ελάττωμα διότι ο μη κατά Χριστόν μεμορφωμένος άνθρωπος πάσχει από εγωϊσμόν, νοητικόν σκοτασμόν και έχει, ως μη ανακαινισθείς, ως του παλαιού Αδάμ οπαδός, την πήραν (δισάκι) των ελαττω­μάτων των άλλων έμπροσθεν του, ως λέγει και το αρχαίον σοφόν λόγιον. Τούτου δ' ένεκεν καταγίνεται ακάρπως εις την απόπειραν της διορθώσεως των άλλων με αντίθετον παραδειγματισμόν.
Δεν σφάλλονται απέναντι του Ευαγγελικού Νόμου μόνον οι οικειοποιούμενοι τα δικαιώματα αυτού, αλλά και οι ανεχόμενοι την από μέρους των άλλων γινομένην κατάκρισιν κατά απόντων ανθρώπων, τούτο το αμάρτη­μα θέλων να αποφύγη ο ιερός Ψαλμωδός, εξομολογούμενος προς τον Θεόν λέγει, «Τον καταλαλούντα λάθρα τω πλησίον αντού, τούτον εξεδίωκον».
Ας ίδωμεν δε και μερικούς χαρακτηρισμούς εκ μέ­ρους των αγίων προσώπων αναφορικώς με το κατακρίνειν:
«Ουδέ ούτως ηδύ τοις ανθρώποις, ως το κατακρίνει ν τα αλλότρια» (Γρηγ. Ναζιανζού).
 «Μη τοίνυν γινώμεθα ετέρων πικροί δικασταί, ίνα μη και ημείς ακριβώς απαιτηθώμεν ευθύνας, και γάρ έ­χομεν αμαρτήματα συγγνώμης πάσης μείζονα, ώστε εκείνους μάλλον ελεώμεν τα τους τα ασύγγνωστα αμαρτάνοντας, ίνα και αυτοί τοιούτον εαυτοίς προαποθώμεθα έλεον, καίτοι όσα αν φιλοτιμησώμεθα, οδέποτε δυνησόμεθα τοιαύτην εισενεγκείν φιλανθρωπίαν, οίας χρήζομεν ημείς παρά του φιλανθρλώπου Θεού. Πώς ουν ουκ άτοπον τοσούτην όντας εν χρεία αυτούς ακριβολογείσθαι περί τους ημετέρους συνδούλους, και καθ' εαυτών άπαντα πράττειν; ου γάρ ούτως εκείνον ανάξιον αποφαίνεις της ευεργεσίας της σης, ως εαυτόν της του Θεού φιλανθρω­πίας. Ο γαρ περί τον σύνδουλον ακριβολογούμενος, πολλώ μάλλον τον Θεόν έξει τούτο ποιούντα. Μη τοίνυν καθ' υμών φθεγγώμεθα, αλλά καν διά ραθυμίαν, και δι' άργίαν προσίωσιν, ημείς παρέχωμεν, ως γάρ και ημείς διά ραθυμίαν αμαρτάνομεν, μάλλον δε άπαντα διά ραθυ­μίαν και ουκ απαιτεί δίκην ημάς ευθέως ο Θεός αλλά δίδωσι προθεσμίαν μετανοίας ημίν, τρίφων καθ' εκάστην ημέραν, παιδεύων διδάσκων, τ' άλλα πάντα χορηγών, ίνα και ημείς ζηλώσωμεν τον έλεον αυτού τούτον,  καταλύσωμεν τοίνυν την ωμότητα ταύτην, εκβάλωμεν την θηριωδίαν, άτε εαυτούς μάλλον η ετέρους ευεργετούντες, τούτοις μεν γαρ αργύριον διδόαμεν και άρτον και ιμάτιον, ημίν δε αυτοίς μεγίστη ν' προσετιθέμεθα δόξα, και ην ουκ ενι παραστήσαι λόγω, τα γαρ σώμα­τα άφθαρτα αποβαλόντες συνδοξασόμεθα και συμβασιλεύσομεν τω Χριστώ» (Αγ. Χρυσόστομος).
Ας μη κρίνωμεν, λοιπόν, τους άλλους και ας ενθυ­μούμεθα το του Κυρίου" «Ο αναμάρτητος υμών πρώτος τον λίθον βαλέτω».
Ο αείμνηστος καλός εργάτης του Ευαγγελίου
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ
μέσα από τα γραπτά του
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"
Θεσσαλονίκη


«Μακάριοι οι ειρηνοποιοί, ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται»


Του μακαριστού Δημητρίου Παναγόπουλου
Ο εργαζόμενος την αρετήν της ειρήνης προς τον Θεόν, τον πλησίον του και τον εαυτόν του ονομάζεται ειρηνοποιός και μακαρίζεται από τον Θεόν. Πρώτος Ει­ρηνοποιός είναι ο Ιησούς Χριστός ο Υιός και Λόγος του Θεού, διά του οποίου επέρχεται συνδιαλλαγή και συμφιλίωσις μεταξύ ανθρώπων και Θεού. Το πρώτον και κύριον έργον του Χριστού επί της γης ήτο να επιφέρη ειρήνην μεταξύ ανθρώπων και Θεού οι οποίοι ως εκ της αμαρτίας διέκειντο εχθρικώς προς τον Θεόν. Έφερε δε αυτήν διά της θυσίας επί του Σταυρού.
Και εάν πρώτος Ειρηνοποιός υπήρξεν ο Ιησούς Χριστός, το αντίθετον πρώτος σκανδαλοποιός υπήρξεν ο Διάβολος, διότι απέναντι μεν του Θεού είναι αποστά­της, απέναντι δε των Αγγέλων και των ανθρώπων είναι σκανδαλοποιός, διότι απέσπασε και διεχώρισε εκ της υ­ποταγής του Θεού το αγγελικόν τάγμα, διά δε του ψεύ­δους απάτησε τους πρωτοπλάστους και εχώρισεν αυτούς από του Θεού, αλλά και εξακολουθεί να υπάρχη τοιούτος φέρων σύγκρουσιν και διαμάχην μεταξύ των ανθρώ­πων, γνωρίζει δε ότι εάν ο άνθρωπος έχει μετά του Θεού φιλίαν είναι μακάριος και προσπαθεί, διά του ψεύδους και άλλων πονηρών μέσων, να αποπλάνηση αυτόν κρημνίζων εις την αμαρτίαν διά να παροργίση τον Θεόν ε­ναντίον αυτού. Ο θείος Χρυσόστομος λέγει: «Όπου έρις και φιλονικεία εκεί ακαταστασία και παν φαύλον, εκεί ο Διάβολος».
Πλησίον εις το κελλίον ενός γέροντος και του υποτακτικού του λέγεται ότι κάποιος νέος θέλησε να μονάση εκεί. Οι ευρισκόμενοι γύρω μοναχοί προθυμοποιήθησαν να τον φροντίσουν στις ανάγκες του με τρόφιμα κτλ. Ο γέρων βλέπων την περιποίησιν ζηλότυπος εγένετο αγανακτών ότι εις αυτόν ουδέποτε τοιούτον ενδιαφέρον έδειξεν κανείς και αποστείλας τον υποτακτικόν του, του παρήγγειλε να εγκατάλειψη το κελλίον διότι του εχρειάζετο (ήτο ιδιοκτησία του γέροντος), αλλά ο υποτα­κτικός του ελυπήθη τοιούτον σκληρόν λόγον να είπη εις αυτόν και την εκεί παρουσίαν του εδικαιολόγησεν ότι ο γέροντάς του τον έστειλε να μάθη διά την υγείαν του (καθ' ο τον καιρόν εκείνον υπήρχεν άρρωστος). Όταν επέστρεψεν αυτός, εις ερώτησιν του γέροντός του, απήντησεν ότι διεβίβασε την παραγγελίαν του. Ο γέρων ό­ταν εις ολίγας ημέρας επληροφορήθη ότι ο νέος εκείνος υπήρχεν ακόμη εκεί και πάλιν απέστειλε τον υποτακτι­κόν του με την εντολήν, με αυστηρώτερον ύφος να του υπενθύμιση ότι έπρεπε ήδη να είχεν εγκατάλειψη το κελλίον. Και πάλιν ο υποτακτικός δεν ηθέλησε να λύπη­ση αυτόν δείξας εις αυτόν αντί σκληρότητος ενδιαφέρον και αγάπην ερωτών εκ μέρους του γέροντός του διά την υγείαν του. Ο οποίος απήντησεν ότι δι' ευχών του βαί­νει εις ανάρρωσιν. Όταν και πάλιν ο γέρων εις την λειτουργίαν της Κυριακής επληροφορήθη ότι αυτός ακόμη υπάρχει εκεί, αυτήν την φοράν ηθέλησεν ο ίδιος να υπάγη προς αυτόν ώστε ευθύς να τον εξαναγκάση να εγκα­ταλείψη τον τόπον εκείνον. Ο υποτακτικός του γέρο­ντος πληροφορηθείς την απόφασίν του προέτρεξεν αυτού και φθάσας εκεί πρώτος λέγει εις τον νέον. Ο γέρο­ντας μου δεν σε είδεν σήμερον εις την ακολουθίαν και έρχεται ο ίδιος ανησυχήσας να πληροφορηθή διά την υγείαν σου. Αυτός τότε συγκινηθείς ηγέρθη της κλίνης του να προϋπάντηση τον αγαθόν γέροντα και πίπτων εις τας πόδας του είπε, ανάξιος είμαι να έλθης γέροντα προς εμέ, εγώ έπρεπε να έλθω προς σε να σε ευχαριστήσω δι' όσα δι' εμέ έδειξες αγαθά. Ο γέρων απόρησε διά την συμπεριφοράν του και καθησυχάσας αυτόν επέστρεψεν εις το κελλίον του. Εκεί καλέσας τον υποτακτικόν του τον ερώτησε απορώντας, πώς εις τόσον ολίγον χρόνον έφθα­σε αυτός εις τόσην τελειότητα και θελήσας να βεβαιωθή ερώτησεν εάν επακριβώς είχεν μεταβιβάσει ότι αυτός του είπε: Αυτός δε φοβούμενος και έχων τον προσήκο­ντα σεβασμόν εξομολογήθη την αλήθειαν εις αυτόν, δακρύσας δε τότε ο γέρων του είπε: «Παιδί μου απ' αυτήν την στιγμήν συ είσαι ο γέροντάς μου και εγώ ο υποτακτι­κός σου».
Ο Ιησούς Χριστός «Της Ειρήνης ει Θεός (λέγει ο θείος Χρυσόστομος) εάν δε οι μαθηταί αυτού μάχωνται ουκ έρουσιν ειρηνικού Θεού είναι μαθηταί» και πάλιν, «ώσπερ γαρ η ερις διαλυτικόν, ούτως η συμφωνία συγκροτητικόν». Ας αγαπήσωμεν την αρετήν της ειρήνης αγωνιζόμενοι πρώτον εναντίον του εαυτού μας ώστε ειρηνεύοντες με τον εσωτερικόν μας κόσμον δυνηθώμεν να διατηρήσωμεν και ειρήνην μετά του πλησίον και διά της καθαράς συνειδήσεως εξασφαλίσωμεν την ειρήνην μετά του Θεού, διά της μετανοίας και εξομολογήσεως, διά της αγάπης, συγχωρητικότητος και ανοχής μετά του πλησίον. Μεγάλη αρετή η ειρήνευσις χαρά δε στους επιδιώκοντας αυτήν.
Από ημάς εξαρτάται η ειρήνη, από ημάς δε και η εχθρότης. «Εάν φυσήσης σπινθήρα (λέγει ο σοφός Σειράχ) εκκαήσεται, και εάν πτύσης επ' αυτόν, σβεσθήσεται, αμφότερα εκ του στόματος σου εκπορεύεται» (κη' 12). Και πόσες φορές αντί να ανοίξωμεν το στόμα μας και να είπωμεν λόγια αγαθά ειρηνευτικά, ανοίγωμεν αυτό και εκστομούμεν λόγια πυρφόρα και εμπρηστικά; Μέγας λόγος θα δοθή εις τους εμπρηστάς της αγάπης και της ειρήνης, ως και μεγάλη ευλογία εις τους ειρηνοποιούς.

impantokratoros.gr 

Παρακλητικός κανών εις τον άγιο Μεγαλομάρτυρα ΦΑΝΟΥΡΙΟ

Ὁ Ἱερεύς: Εὐλογητός ὁ Θεός ἠμῶν πάντοτε, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων.
Ὁ Ἀναγνώστης: Ἀμήν.
Δόξα σοί, ὁ Θεός ἠμῶν, δόξα σοί.
Βασιλεῦ Οὐράνιε, Παράκλητε, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρός τῶν ἀγαθῶν καί ζωῆς χορηγός, ἐλθέ καί σκήνωσον ἐν ἠμίν 
καί καθάρισον ἠμᾶς ἀπό πάσης κηλίδος καί σῶσον, Ἀγαθέ τάς ψυχᾶς ἠμῶν.
Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος ἐλέησον ἠμᾶς. 
(τρεῖς φορές)

Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Παναγία τριάς, ἐλέησον ἠμᾶς. Κύριε ἰλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἠμῶν. Δέσποτα, συγχώρισον τάς ἀνομίας ἠμίν. Ἅγιε, ἐπισκεψε καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἠμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.
Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Πάτερ ἠμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά Σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου, γεννηθήτω τό θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανό καί ἐπί τῆς γής. Τόν ἄρτον ἠμῶν τόν ἐπιούσιον δός 
ἠμίν σήμερον, καί ἅφες ἠμίν τά ὀφειλήματα ἠμῶν, ὡς καί ἠμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἠμῶν, καί μή εἰσενέγκης ἠμᾶς εἰς πειρασμόν ἀλλά ρύσαι ἠμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.


Ψαλμός ρμβ΄ (142)
Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τήν δέησίν μου ἐν τή ἀληθεία σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τή δικαιοσύνη σου• καί μή εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου σου, ὅτι οὐ 
δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν. ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τήν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τήν ζωήν μου, ἐκάθισε μέ ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκρούς αἰῶνος καί ἠκηδίασεν ἔπ 
ἐμέ τό πνεῦμά μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πάσι τοῖς ἔργοις σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων. διεπέτασα πρός σέ τάς 
χεῖράς μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρος σοί. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμά μου μή ἀποστρέψης τό πρόσωπόν σου ἄπ ἐμοῦ, καί ὁμοιωθήσομαι τοῖς 
καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. ἀκουστόν ποίησον μοί τό πρωί τό ἔλεός σου, ὅτι ἐπί σοῖ ἤλπισα• γνώρισον μοί, Κύριε, ὁδόν, ἐν ἤ πορεύσομαι, ὅτι πρός σέ ἤρα τήν ψυχήν μου• ἐξελού 
μέ ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, ὅτι πρός σέ κατέφυγον. δίδαξον μέ τοῦ ποιεῖν τό θέλημά σου, ὅτι σύ εἰ ὁ Θεός μου• τό πνεῦμά σου τό ἀγαθόν ὁδηγήσει μέ ἐν γῆ εὐθεία. Ἕνεκεν τοῦ 
ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις μέ, ἐν τή δικαιοσύνη σου ἑξάξεις ἐκ θλίψεως τήν ψυχήν μου καί ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας 
τήν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλός σου εἰμι.


Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος ἅ΄. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίω, καί ἐπικαλεῖσθε τό ὄνομα τό ἅγιον αὐτοῦ.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Στίχος β΄. Πάντα τά ἔθνη ἐκύκλωσαν μέ, καί τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Στίχος γ΄. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὔτη, καί ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἠμῶν.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.


Εἴτα τά παρόντα Τροπάρια.
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῶ.

Τῷ τοῦ Σωτῆρος εὐκλεεῖ ἀθλοφόρω, καί τῶν Ροδίων ἀκραιφνεῖ πολιούχω, ἀπό ψυχῆς προσπέσωμεν κραυγάζοντες  Ἅγιε Φανούριε, ἀπό πάσης ἀνάγκης, λύτρωσαι τούς δούλους 
σου, τούς τιμώντας σέ πόθω, σύ γάρ θεόθεν δέδοσαι ἠμίν, θεῖος προστάτης, καί φύλαξ σωτήριος.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσομεν πότε, Θεοτόκε, τά, δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι  εἰ μή γάρ σύ προίστασο πρεσβεύουσα, τίς ἠμᾶς ἐρρύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δέ διεφύλαξεν ἕως νῦν 
ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἔκ σού  σούς γάρ δούλους σώζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν. 


Ψαλμός ν΄ (50)
Ἐλέησον μέ, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἑξάλειψον τό ἀνόμημά μου ἐπί πλεῖον πλῦνον μέ ἀπό τῆς ἀνομίας μου καί ἀπό τῆς ἁμαρτίας 
μου καθάρισον μέ. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω, καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διαπαντός. Σοί μόνω ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῆς 
ἐν τοῖς λόγοις σου, καί νικήσης ἐν τῷ κρίνεσθαι σέ. Ἰδού γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησε μέ ἡ μήτηρ μου. Ἰδού γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τά ἄδηλα καί τά 
κρύφια της σοφίας σου ἐδήλωσας μοί. Ραντιεῖς μέ ὑσσώπω, καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς μέ, καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοί ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, 
ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀποστρεψον τό πρόσωπόν σου ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἑξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καί 
πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μή ἀπορρίψης μέ ἀπό τοῦ προσώπου σου καί τό πνεῦμά σου τό ἅγιον μή ἀντανέλης ἄπ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοί τήν ἀγαλλίασιν τοῦ 
σωτηρίου σου καί πνεύματι ἠγεμονικῶ στήριξον μέ. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς σου, καί ἀσεβεῖς ἐπί σέ ἐπιστρέψουσι. Ρύσαι μέ ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας 
μου•ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τήν δικαιοσύνην σου. Κύριε, τά χείλη μου ἀνοίξεις, καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν σου. Ὅτι εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν ὁλοκαυτώματα 

οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσία τῷ Θεῶ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τή εὐδοκία σου τήν Σιῶν, καί 
οἰκοδομηθήτω τά τείχη Ἱερουσαλήμ• τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφοράν καί ὁλοκαυτώματα• τότε ἀνοίσουσιν ἐπί τό θυσιαστήριόν σου μόσχους.


Εἴτα ψάλλομεν τάς Ὠδᾶς τοῦ Κανόνος.
Ὠδή ἅ΄. Ἦχος πλ. δ΄. Ὑγρᾶν διοδεύσας.

Φωνῆς στεναγμοῦ μου ὡς συμπαθής, Φανούριε μάρτυς, ἐνωτίσθητι εὐμενῶς, καί λύσον παθῶν τήν καταιγίδα, τήν ἐπελθοῦσαν δεινῶς τή καρδία μου.
Ρανίσι τῶν θείων σου πρεσβειῶν, ψυχῆς μου τά ἕλκη, ἐναπόπλυνον ἀθλητά, καί σβέσον τοῦ σώματος τήν νόσον, ταῖς ἐπομβρίαις τῆς σῆς ἀντιλήψεως.
Ὁλόσωμον δέδεγμαι τήν πληγήν, ἐχθροῦ ταῖς βολίσι, καί νενέκρωμαι τήν ψυχήν, σύ οὔν θεραπεύεις μέ μάρτυς, πρός ζωηφόρους ὁδούς κατευθύνων μέ.
Ὑπάρχων ἀναπλεως φωτισμοῦ, Φανούριε μάρτυς, ὡς διάκονος τοῦ φωτός, νοός μου ἀπέλασον τό σκότος, καί ἀρετῶν τῷ φωτί μέ καταύγασον.


Θεοτοκίον.
Ρημάτων ἐξεπλήρωσας νομικῶν, ὠράθης Παρθένε, ὡς γεννήσασα τόν Θεόν, τόν πάλαι λαλήσαντα ἐν νόμω, δί’ αἰνιγμάτων καί τύπων Πανάμωμε.
Ὠδή γ΄. Οὐρανίας ἁψίδος.
Ἐμπεσῶν τῷ πελάγει, τῶν πειρασμῶν ἔνδοξε, τῷ τῆς ἀπώλειας πυθμένι, ἤδη καθέλκομαι, σύ μέ κυβέρνησον, πρός σωτηρίας λιμένα, οἴα κυβερνήτης μου, σοφέ πανάριστος.
Ἱλασμός γενηθήτω, καί τῶν κακῶν λύτρωσις, ἡ μαρτυρική σου πρεσβεία, μάρτυς Φανούριε, τοῖς προσιούσι σοί, καί ὁλικῶς ἀφορῶσι, πρός τήν ὀξυτάτην σου, μάκαρ προμήθειαν.
Μαρτυρίου τήν τρῖβον, πανευκλεῶς ὤδευσας, ὅθεν πρός ὁδόν μαρτυρίου, τοῦ σέ δοξάσαντος, καμέ ὁδήγησον, τόν ἐν αἱρέσεσι μάρτυς, πάσης παραβάσεως, περιπλανώμενον.


Θεοτοκίον.
Ἐπουράνιε πύλη, δί’ ἤς ἠμίν ἔλαμψεν, ὁ Δημιουργός τῶν ἁπάντων, καθάπερ ἄνθρωπος, πύλας μοί ἀνοιξον, τῆς ἀληθοῦς μετανοίας, καί πυλῶν μέ λύτρωσαι, τοῦ ἅδου Δέσποινα. χριστιανος.gr
Διασωσον ἀπό κινδύνων τούς δούλους σου Ἀθλοφόρε, ὅτι πάντες τή σή πρεσβεία προστρέχομεν, ἴνα ρυσθῶμεν Φανούριε πάσης βλάβης.
Ἐπιβλεψον ἐν εὐμενεία, πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπί τήν ἐμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν, καί ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τό ἄλγος.

Αἴτησις καί τό Κάθισμα.
Ἦχος β΄. Πρεσβεία θέρμη.

Πλεόντων σωτήρ, ἀδικούμενων σύμμαχος, πενθούντων χαρά, καί αἰχμαλώτων λύτρωσις, δεικνύμενος Φανούριε, ὡς ταχύς ὀρθοδόξων ἐπίκουρος, μή διαλίπης ἀτρώτους τηρεῖν, 
ἐκ τῶν βελῶν τοῦ ἀλάστορος τούς δούλους σου.

Ὠδή δ΄. Εἰσακήκοα, Κύριε.
Τήν λιθώδη καρδίαν μου, καί πεπωρωμένην ψυχήν κατανυξον, ὁ τῶν λίθων τά προσκρούσματα, μάρτυς ὑπομείνας ὥσπερ ἄσαρκος.
Ἀναβλύζεις ἑκάστοτε, τά τῶν ἰαμάτων θεία χαρίσματα, τοῖς προστρέχουσι τή σκέπη σου, καί τῶν νοσημάτων ἐξαίρεις καύσωνα.
Ἰατήριον ἄμισθον, τοῖς ἐν ἀσθενείαις γενού Φανούριε, καί τοῖς πάσχουσιν ἀντίληψις, καί τοῖς αἰχμαλώτοις ἀπολύτρωσις.
Σωτηρίας ἱμάτιον, ἐν τή ἀπεκδύσει σαρκός ἠμφίεσαι, ὅθεν ἔνδυσον Φανούριε, τήν γεγυμνωμένην ψυχήν μου χάριτι.


Θεοτοκίον.
Στάμνος ἔμψυχος πέφηνας, τῆς ζωῆς τό μάννα κόσμω πηγάσασα, τόν ζωώσαντα τόν ἄνθρωπον, καί τήν ἁμαρτίαν θανατώσαντα.
Ὠδή ἐ΄. Φώτισον ἠμᾶς.

Ἄνωθεν ἠμᾶς, ἐποπτεύεις ἐκλυτρούμενος, ἐκ παντοίων ἀναγκῶν καί συμφορῶν, τούς ἐν πίστει εὐφημούντας σέ Φανούριε.
Ἰλέων ἠμίν, τή ἐνθέρμω μεσιτεία σου, τοῦ ἐλέους ἀθλητά τόν θελητήν, ἀπεργάζου τοῖς ἀφρόνως ἁμαρτάνουσι.
Σώματος πληγᾶς, ἐνεγκῶν στερρῶς Φανούριε, ἰατρεύεις τῶν σωμάτων καί ψυχῶν, ἀρρωστίας καί ὀδύνας θείω Πνεύματι.


Θεοτοκίον.
Φέγγος ἀστραπῆς, τοῦ υἱοῦ σου Κόρη ἔλαμψε, τούς ἐν σκότει καθημένους καί σκιά, καί ζωῆς τάς φωταυγείας ἐδωρήσατο.

Ὠδῆς΄. Τήν δέησιν ἐκχεῶ.
Ἀναγκάς σού τῆς ψυχῆς τόν ἔρωτα, ὡς λαμπάδα πρός Χριστόν ἀθλοφόρε, καταναλίσκεις τῆς πλάνης τήν ὕλην, καί καταθάλπεις πιστῶν τά φρονήματα, διό καταφλεξον καμού, 
τά σαθρά καί γεώδη νοήματα.
Νεκρώσεως τῷ καρπῶ ἐζώγρημαι, καί τοῦ θείου ἀπερρίφθην νυμφῶνος, τά τῆς φθορᾶς περικείμενος φύλλα, καί τοῦ θανάτου προφέρων τήν ἄκανθαν, σύ οὔν μέ ζώωσον σοφέ, 
καί τῆς πρώην μέ δόξης ἀξίωσον.
Ὁλόκληρον σεαυτόν προσήγαγες, τῷ Δεσπότη προσφοράν καί θυσίαν, ὅθεν καμέ ἐνδυνάμωσον μάρτυς, αὐτῶ λατρεῦσαι ὁσίως Φανούριε, καί θύσαι τούτω καθαρῶς, καθαρᾶς 
πολιτείας ἀκρότητα.


Θεοτοκίον.
Ὑψαύχενα δυσμενῆ ὑποτάξον, ταῖς ποσίν ἠμῶν Πανάμωμε Κόρη, ἡ τήν πεσοῦσαν ὑψώσασα φύσιν, τή ὑψηλή καί ἀρρήτω κυήσει σου, καί ταπεινώσασα ἐχθροῦ, ἐπηρμένου 
μετέωρον φρόνημα.
Διασωσον ἀπό κινδύνων τούς δούλους σου ἀθλοφόρε, ὅτι πάντες τή σή πρεσβεία προστρέχομεν, ἴνα ρυσθῶμεν Φανούριε πάσης βλάβης.
Ἄχραντε, ἡ διάλογου τόν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικήν παρρησίαν.


Αἴτησις καί τό Κοντάκιον.
Ἦχος β΄. Προστασία τῶν χριστιανῶν.

Ὑπερήφανον ὄμμα κατέβαλες, τή γενναία ἀθλήσει σου ἔνδοξε, ἐξ οὗ ἁπάλλαξον καί ἠμᾶς, τῆς ἐνεργείας Ἀθλητά, ἴνα ἠσύχιον ζωήν, ἐν ὁμονοία ἀγαστή, οἱ βοῶντες διαγωμεν, 
πλήρωσον τάς αἰτήσεις, καί ἔμπλησον εὐφροσύνης, τούς προσιόντας σοί πιστῶς, ὤ Φανούριε πανθαύμαστε.

Εἴτα οἱ Ἀναβαθμοί. Τό ἅ΄ ἀντίφωνον τοῦ δ΄ ἤχου.

Ἐκ νεότητός μου, πολλά πολεμεῖ μέ πάθη, ἀλλ’ αὐτός ἀντιλαβού, καί σῶσον, Σωτήρ μου.
Οἱ μισοῦντες Σιῶν, αἰσχύνθητε ἀπό τοῦ Κυρίου  ὡς χόρτος γάρ πυρί ἔσεσθε ἀπεξηραμένοι.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Ἁγίω Πνεύματι, πάσα ψυχή ζωοῦται, καί καθάρσει ὑψοῦται, λαμπρύνεται, τή τριαδική Μονάδι ἱεροκρυφίως.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ἁγίω Πνεύματι, ἀναβλύζει τά τῆς χάριτος ρεῖθρα, ἀρδεύοντα ἅπασαν τήν κτίσιν πρός ζωογονίαν.


Zoom in (real dimensions: 528 x 742)

Καί εὐθύς τό Προκείμενον.
Δίκαιος ὡς φοῖνιξ ἀνθήσει, καί ὡσεί κέδρος ἡ ἐν τῷ Λιβάνω πληθυνθήσεται.
Στίχος. Πεφυτευμένος ἐν τῷ οἴκω Κυρίου, ἐν ταῖς αὐλαῖς τοῦ Θεοῦ ἠμῶν ἑξανθήσουσιν.

Εὐαγγέλιον. Ἐκ τοῦ κατά Ματθαῖον (ἰ΄ 32-36 καί ἴα΄ 1).
Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ μαθηταῖς• πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω καγῶ ἐν αὐτῶ ἔμπροσθέν του Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς  ὅστις 
δ’ ἄν ἀρνήσηται μέ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτόν καγῶ ἔμπροσθέν του Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. Μή νομίσητε ὅτι ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλά μάχαιραν. 
Ἦλθον γάρ διχᾶσαι ἄνθρωπον κατά τοῦ πατρός αὐτοῦ, καί θυγατέρα κατά τῆς μητρός αὐτῆς, καί νύμφην κατά τῆς πενθερᾶς αὐτῆς  καί ἐχθροί του ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοί αὐτοῦ 
καί ἐγένετο, ὄτε ἐτέλεσεν ὁ Ἰησοῦς διατάσσων τοῖς δώδεκα Μαθηταῖς αὐτοῦ, μετέβη ἐκεῖθεν, τοῦ διδάσκειν καί κηρύσσειν ἐν ταῖς πόλεσιν αὐτῶν.

Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Ταῖς τοῦ Ἀθλοφόρου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἑξάλειψον τά πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἑξάλειψον τά πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.


Στίχος. Ἐλεῆμον, ἐλέησον μέ, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός σου, καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου, ἑξάλειψον τό ἀνόμημά μου.

Καί τό Προσόμοιον.
Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι.

Ρόδον ὡς μυρίπνοον, καί θησαυρός ζωηφόρος, ἐν Ρόδω κρυπτόμενος, μάρτυς πεφανέρωσαι τοῖς ἰκέταις σου, καί ζωῆς ἔμπνευσας, τάς ὀσμᾶς ἐν κόσμω, καί ὀσμήν θανάτου 
ἤλασας, καί ἀπεδίωξας, τάς δυσώδεις νόσους Φανούριε, ὧν πέρ τῆς λύμης λύτρωσαι, τούς σοί προσιόντας ἐκ πίστεως, πάσης ἐπήρειας, καί βλάβης καί μανίας ἀπηνοῦς, 
διαφυλάττων μακάριε, τούς προσκαλούμενους σέ.

Σῶσον ὁ Θεός τόν λαόν σου καί εὐλόγησον τήν κληρονομίαν σου ἐπισκεψαι τόν κόσμον σου ἐν ἐλέει καί οἰκτιρμοῖς. Ὑψωσον κέρας Χριστιανῶν ὀρθοδόξων καί καταπεμψον ἐφ’ 
ἠμᾶς τά ἐλέη σου τά πλούσια  πρεσβείαις τῆς παναχράντου Δεσποίνης ἠμῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας  δυνάμει τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ• προστασίαις τῶν 
τιμίων ἐπουρανίων Δυνάμεων Ἀσωμάτων  ἰκεσίαις τοῦ Τιμίου καί Ἐνδόξου Προφήτου, Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ Ἰωάννου  τῶν ἁγίων ἐνδόξων καί πανευφήμων Ἀποστόλων• 
ὧν ἐν Ἁγίοις Πατέρων ἠμῶν, μεγάλων ἱεραρχῶν καί οἰκουμενικῶν διδασκάλων Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Ἀθανασίου καί 
Κυρίλλου, Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμμονος, πατριαρχῶν Ἀλεξανδρείας. Νικολάου τοῦ ἐν Μύροις, Σπυρίδωνος ἐπισκόπου Τριμυθοῦντος, τῶν Θαυματουργῶν  τῶν ἁγίων ἐνδόξων 
μεγαλομαρτύρων Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, Δημητρίου τοῦ Μυροβλήτου, Θεοδώρων Τύρωνος καί Στρατηλάτου, τῶν ἱερομαρτύρων Χαραλάμπους καί Ἐλευθερίου, τῶν ἁγίων 
ἐνδόξων καί καλλινίκων Μαρτύρων. Τῶν ὁσίων καί θεοφόρων Πατέρων ἠμῶν. Τῶν ἁγίων καί δικαίων θεοπατόρων Ἰωακείμ καί ’Ἄννης. Τοῦ ἁγίου Μεγαλομάρτυρα Φανουρίου, 
καί πάντων σου τῶν Ἁγίων. Ἰκετεύομεν σέ, μόνε πολυέλεε Κύριε. Ἐπάκουσον ἠμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν δεομένων σου καί ἐλέησον ἠμᾶς.


Ὠδή ζ΄. Παῖδες Ἑβραίων.
Ρείθροις τῶν θείων σου θαυμάτων, ἀποξήρανον βυθόν τῶν παθημάτων, καί πρός ὕδωρ τροφῆς, ἐξ αὐχμηρᾶς ἐρήμου, ὁδήγησον Φανούριε, τούς πιστῶς σέ ἀνυμνοῦντας.
Ἴδοιμι ὥρα τῆς ἀνάγκης, σέ συλλήπτορα καί θεῖον ἀρωγόν μου, τά λυποῦντα ταχύ, σκεδάζοντα παμμάκαρ, καί θείαν μοί δωρούμενον, λύτρωσιν καί εὐφροσύνην.
Ἔλαμψας μάρτυς ἐν τή Ρόδω, ὡς νεοφωτον καί φωτοφόρον ἄστρον, ἰαμάτων αὐγᾶς, καί φέγγος χαρισμάτων, ἀστράπτον τοῖς καθεύδουσιν, ἐν τῷ σκότει τῆς ἀπάτης.

Θεοτοκίον.
Πίον καί σύσκιον ὠράθης, καί ἀλάξευτον καί φωτοφόρον ὅρος, οἶς ἐν τύποις ποτέ, ἐλάλησεν ὁ λόγος, ὧν βλέποντες τήν ἔκτασιν, εὐφημοῦμεν σέ Παρθένε.

Ὠδή ἡ΄. Τόν ἐν ὄρει ἁγίω.
Ρυπτική σου πρεσβεία ἐκκαθαίρεις, τῶν ψυχῶν τάς οὐλᾶς, καί καρδιῶν τά βάρη, καί ἀλγηδόνας παύεις τάς τοῦ σώματος, καί βραβεύεις πάσι, κατ’ ἄμφω εὐρωστίαν, Φανούριε θεοφρον.
Ἐν καμίνω βληθεῖς οὐ κατεφλέχθης, τῆς ζωῆς γάρ ὡς πῦρ, ἐκέκτησο τό ὕδωρ, ἀλλά καμού καταφλεξον Φανούριε, τάς δεινάς προλήψεις καί τάς ἐνθυμήσεις, ὥσπερ ἀγροῦ καλάμην.
Στρατευθεῖς τῷ καλέσαντι σέ λόγω, ἠγωνίσω λαμπρῶς, κατά τῆς ἀνομίας, ὅθεν κάμε τῆς κλήσεως ἡ κέκλημαι, ἄξιον ἐργάτην, ἀναδεῖξον παμμάκαρ, εὐχαίς σου εὐπροσδέκτοις.


Θεοτοκίον.
Βασιλείας οἰκήτορα μέ δεῖξον, τῆς ἀλήκτου Ἁγνή, ὡς τέξασα ἀσπόρως, τόν βασιλέα πάντων καί δεσπόζοντα, οὐ ἡ βασιλεία, βασιλείας πύλη, ἁπάντων τῶν αἰώνων.
Ὠδή θ΄. Ἐξέστη ἐπί τούτω.

Ἐλαίω τῶν ἀγώνων σου ἀθλητά, ἰλαρύνεις ἠμῶν τήν διάνοιαν, καί ψυχικά, ἕλκη τέ καί μώλωπας χαλεπούς, ἀνακαθαίρεις πάντοτε, καί τά τῶν σωμάτων ὀδυνηρά, νοσήματα ἰᾶσαι, 
ὡς χάριν κεκτημένος, παρά Θεοῦ μάρτυς Φανούριε.
Ἰσχύϊ ἀριστεύσας παντουργική, τοῦ ἐχθροῦ εἰς ἀνίσχυρον φρύαγμα, τό καθ’ ἠμῶν, σβέσον ἀθλοφόρε ὁλοσχερῶς, καί σθένος καί κραταίωμα, καί ἰσχύος πύργος διαπαντός, γενοῦ 
τοῖς σοῖς ἰκέταις, Φανούριε παμμάκαρ, τῶν ἀθλοφόρων ἐγκαλλώπισμα.
Ἀκοίμητος προστάτης καί ἀρωγός, ἀντιλήπτωρ γενού καί ὑπέρμαχος, καί βοηθός, τοῖς προσκαλουμένοις εἰλικρινῶς, τό ἱερόν σου ὄνομα, μάρτυς ἀθλοφόρε θαυματουργέ, ἐξ ἔριδος 
καί φθόνου, ἀπάτης τέ καί δόλου, ἠμᾶς ρυόμενος Φανούριε.
Ἰλύος καμέ ὕψωσον ἐμπαθοῦς, καί πίκρας συνήθειας Φανούριε, ἡ ἐκ παιδός, εἴκων ἐγεώργησα τούς καρπούς, τῆς ἁμαρτίας ἅγιε, ψυχή τέ καί σώματι ρυπωθεῖς, μή μέ παρίδης 
μάρτυς, σύ γάρ τῶν ἐν ἀναγκαις, ὁ ἐτοιμότατος ἐπίκουρος.

Θεοτοκίον.
Σκηνή ἡ πολυώνυμός του Θεοῦ, ἡ περιδοξος πόλις τοῦ Κτίσαντος, ἐν ἡ Χριστός, εἴργασται θαυμάσια φοβερά, τόν γάρ Ἀδάμ ἀνέλαβε, τοῦτον ἀναπλάσας ἐκ τῆς ἀρᾶς, σύ εἰ Παρθένο 
μῆτορ, διό μή στερηθείην, τῆς προστασίας σου ὁ ἄθλιος.
Ἄξιον ἔστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σέ τήν Θεοτόκον, τήν ἀειμακάριστον καί παναμώμητον, καί Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἠμῶν  τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουβίμ, καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως 
τῶν Σεραφείμ, τήν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν, τήν ὄντως Θεοτόκον, σέ μεγαλύνομεν.
Τήν ὑψηλοτέραν τῶν οὐρανῶν, καί καθαρωτέραν λαμπηδόνων ἡλιακῶν, τήν λυτρωσαμένην ἠμᾶς ἐκ τῆς κατάρας, τήν Δέσποιναν τοῦ κόσμου, ὕμνοις τιμήσωμεν.


Καί τά Μεγαλυνάρια.
Χαίροις τῶν μαρτύρων ἡ καλλονή, καί τῶν ἰαμάτων ὁ χειμάρρους ὁ δαψιλής, χαίροις τῶν Ροδίων, ὁ μέγας πολιοῦχος, Φανούριε ἀξίως ἀντιδεδόξασαι.
Τίς τῶν πληγμάτων σου τήν πληθύν, ἐξείπη ἀξίως, καί τῶν πόνων τό καρτερόν; Σύ γάρ τῶν βασάνων, τά εἴδη καθυπέστης, ὡς ἄσαρκος νεκρώσας τόν παναλάστορα.
Ὡς ἄστρον ἐν Ρόδω ἀρτιφανές, Φανούριε ὤφθης, εἰ καί ἤθλησας πρό πολλοῦ, καί καταφωτίζεις πιστῶν τάς διανοίας, βολαῖς τῶν σῶν ἀπείρων θαυμάτων ἔνδοξε.
Πυρός ἀκμαιότερος ἀληθῶς, καί σιδήρου μάρτυς, εὐτονώτερος ὀραθεῖς, τήν οἰκονομίαν ἐτράνωσας τοῦ λόγου, τοῖς ἔργοις βεβαιώσας ὁ ἀνεκήρυξας.
Πάντας τούς προστρέχοντας εὐλαβῶς, τῷ σεπτῶ ναῶ σου, καί αἰτοῦντας ἀπό ψυχῆς, λύσιν ὀφλημάτων, καί ρῶσιν καί ὑγείαν, μή παύση ἐποπτεύων, παραμυθούμενος.
Χαίροις τῶν μαρτύρων ἡ καλλονή, χαίροις τῶν θαυμάτων ὁ ἀκένωτος θησαυρός, χαίροις αἰχμαλώτων ὁ ρύστης καί προστάτης, Φανούριε τρισμάκαρ, Ροδίων καύχημα.
Ὤφθης ἀθλοφόρος καί νικητής, Φανούριε μάρτυς καί ἀήττητος βοηθός, θεραπεύων νόσους ψυχῶν τέ καί σωμάτων, τῶν ἐπικαλουμένων, τήν σήν βοήθειαν.
Ἀθλητά πανάριστέ του Χριστοῦ, σύ τάς τῶν τυράννων κατεφρόνησας ἀπειλᾶς• ὅθεν καί μυρίας ὑπέμεινας βασάνους, ἐν μέσω τοῦ σταδίου, μάρτυς Φανούριε.
Γενναίως ὑπήνεγκας τάς πληγᾶς, φρικτᾶς τέ κολάσεις καί βασάνους ὑπέρ Χριστοῦ• διό σου ἡ κάρα ἐδέξατο ἐξ ὕψους, τόν στέφανον τῆς νίκης, μάρτυς Φανούριε.
Τούς ἀσπαζομένους τήν σήν σεπτήν, εἰκόνα ἐν πίστει καί αἰτοῦντας σήν ἀρωγήν, μάρτυς κληρονόμους τῆς θείας Βασιλείας, Φανούριε, λιταίς σου, πάντας ἀναδεῖξον.
Χαίροις ὤ Φανούριε ἀθλητά, ὁ πάσι παρέχων, τά αἰτήματα συμπαθῶς χαίροις εὐσεβούντων, ὁ μέγας ἀντιλήπτωρ, καί πάσης Ἐκκλησίας, θεῖον ἀγλάϊσμα.
Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἵ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἁγίοι πάντες, μετά τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν, εἰς τό σωθῆναι ἠμᾶς.


Τό Τρισάγιον
Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος ἐλέησον ἠμᾶς. 
(τρεῖς φορές)
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Παναγία τριάς, ἐλέησον ἠμᾶς. Κύριε ἰλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἠμῶν. Δέσποτα, συγχώρισον τάς ἀνομίας ἠμίν. Ἅγιε, ἐπισκεψε καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἠμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.
Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Πάτερ ἠμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά Σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου, γεννηθήτω τό θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανό καί ἐπί τῆς γής. Τόν ἄρτον ἠμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἠμίν 
σήμερον, καί ἅφες ἠμίν τά ὀφειλήματα ἠμῶν, ὡς καί ἠμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἠμῶν, καί μή εἰσενέγκης ἠμᾶς εἰς πειρασμόν ἀλλά ρύσαι ἠμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.


Τροπάριον.
Ἦχος δ΄. Βασίλειον διάδημα.

Οὐράνιον ἐφύμνιον ἐν γῆ τελεῖται λαμπρῶς, ἐπίγειον πανήγυριν νῦν ἑορτάζει φαιδρῶς, ἀγγέλων πολίτευμα, ἄνωθεν ὑμνωδίαις, εὐφημούσι τούς ἄθλους, κατωθεν Ἐκκλησία, τήν 
οὐράνιον δόξαν, ἤν εὖρες πόνοις καί ἄθλοις τοῖς σοῖς, Φανούριε ἔνδοξε.


Ὁ Ἱερεύς μνημονεύει. Ἐν δέ τή Ἀπολύσει ψάλλομεν.
Ἦχος β΄. Ὄτε ἐκ τοῦ ξύλου.

Ὤφθης ὥσπερ λύχνος φαεινός, μάρτυς ἐναθλήσας νομίμως, ὑπέρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, ὅθεν σου δεόμεθα, μακράν ἀπέλασον, ἐξ ἠμῶν ταῖς πρεσβείαις σου, παθῶν τήν ὁμίχλην, 
καί τῶν περιστάσεων, πικρᾶν σκοτόμαιναν, φέγγος δέ ἀνατειλον πάσι, θείας θυμηδίας καί δόξης, ἀξιομακάριστε Φανούριε.

Ἦχος πλ. δ΄.
Δέσποινα προσδεξαι, τάς δεήσεις τῶν δούλων σου, καί λύτρωσαι ἠμᾶς, ἀπό πάσης ἀνάγκης καί θλίψεως.

Ἦχος β΄.
Τήν πάσαν ἐλπίδα μου, εἰς σέ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξον μέ ὑπό τήν σκέπην σου.
Ὁ Ἱερεύς: Δί’ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἠμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἠμᾶς. Ἀμήν.